Данный сайт использует cookie-файлы для аналитики и улучшения работы сайта. Продолжая использовать данный ресурс, Вы автоматически соглашаетесь с использованием данных технологий.
Согласен, больше не показывать
Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν
(Χαραλάμπους)
1907-1970
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
(1907-1970)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ - ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΑι

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2014

ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ Aθ. AΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

ΜΟΝΑΧΗ ΔΙΟΝΥΣΙΑ

(κατά κόσμον VIKHROVA)

ΑΕΜ: 1384

Ἡ ἑρμηνεία τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως

στό ἔργο τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου

Ἀφιερώνεται στόν

τῆς ψυχῆς μου περιπόθητο,

τόν πολύπαθο Γέροντά μου,

Ἀρχιμανδρίτη Διονύσιο

(Καλαμπόκα),

Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πέτρας Ἀγράφων,

ὁ ὁποῖος πολυόδυνα ἐν Χριστῷ μέ ἐγέννησε.


Ἰούλιος 2014

Ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος στόν τάφο τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου

( Ἱερὰ Μονὴ Βυτουμᾶ )

1. Ἀραμπατζῆ Χρ., Χριστιανική Γραμματεία, τόμος Α΄, σελ. 13.
2. Μπαλατσούκα Σ., Διονύσιος Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν (1907-1970), Βίος καί πνευματικές παρακαταθῆκες, σελ. 19.
3. Βλ. Παράρτημα, σελ. 347-357.
4.Τύμπα Π., Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος (μία λαμπρά ἑνδεκαετία), σελ. 156: «12.9.1961. Ἡμέρα γεμάτη κόπων καί μόχθων καί πόνου ψυχικοῦ. Ἐργάζομαι ὑπέρ δύναμιν. Φροντίζω καί μεριμνῶ δι᾿ ὅλων μου τῶν δυνάμεων διά τό καλόν καί τήν πρόοδον τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τῆς Μητροπόλεως. Γίνομαι τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντας κερδήσω εἰς Χριστόν. Ὅμως, συνεχῶς βάλλομαι. Ἀδιαλείπτως πολεμοῦμαι. Δέν εὑρίσκει ἀνταπόκρισιν ἡ ἀγάπη μου».
θεολογία ὡς ἐπιστήμη διακονεῖ τήν Ἐκκλησία, ὑποβάλλοντας σέ θεωρητική ἐπεξεργασία τόν πλοῦτο τοῦ βίου καί τῆς δράσης τῶν ἀνακηρυχθέντων Ἁγίων Πατέρων, «οἱ ὁποῖοι μέ τήν ζωή καί τό ἔργο τους λειτούργησαν ὡς ὁδοδεῖκτες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας»1, καί ἐρευνῶντας τά ντοκουμέντα, σχετικά μέ τό ἔργο τῶν ἐπιφανῶν προσωπικοτήτων, πού ἔπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στήν προσπάθεια ἀνόρθωσης τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καί τῆς ἀναγέννησης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀνάλυση καί ἡ ἀξιοποίηση τῶν πεπραγμένων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τόν 20ο αἰώνα δέν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ, ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι εἶχε ἀρχίσει ποτέ συστηματικά. Μία ἀπό τίς πολλές ἐκκρεμότητες ἀφορᾶ καί στή μελέτη τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, πού παρά τίς μεγάλες φῆμες γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, τό ἔργο του παραμένει οὐσιαστικά ἀνεξερεύνητο. Στήν εἰσαγωγή πρόσφατης ἔκδοσης, ἀφιερωμένης στήν προσωπικότητα τοῦ Ἱεράρχη, ἀναφέρεται: «Ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, πανθομολογουμένως, ὑπῆρξε μία σημαντική φωτεινή φυσιογνωμία τῆς νεότερης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»2. Οἱ πηγές ὡστόσο διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ φήμη τοῦ Τρίκκης Διονυσίου ὡς «φωτεινῆς φυσιογνωμίας» δέν ἦταν καί δέν εἶναι ἀκόμη πανθομολογούμενη. Ἀρκεῖ ἴσως νά ἀναφερθεῖ ἐδῶ ἡ ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μαξίμου τοῦ Ε΄ πρός τόν Δράμας Φίλιππο3. Ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης Διονύσιος μάλιστα σημειώνει στό ἡμερολόγιό του ὅτι συνεχῶς βάλλεται καί ἀδιαλείπτως πολεμεῖται4. Ὁ Πάφου Γεννάδιος, στήν ἐπιστολή του πρός τούς Μητροπολίτες Κερκύρας

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

9
10
5. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, σελ. 380: «Ὑβρίσθη, ἐπροπηλακίσθη, ἐσυκοφαντήθη. Καί τί δέν τοῦ ἔκαμαν οἱ ἐχθροί του! Καί ὅμως αὐτός ὡς ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἔλεγε "Κύριε, μή στήσῃς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην"».
6.. Ὅ.π., σελ. 373: «Πολύ ηὐχαριστήθην πού ἀνέγνωσα καί εἰς τήν "Ἀνάπλασιν" καί εἰς τόν "Ἐλεύθερον Κόσμον" τάς δηλώσεις τῶν συκοφαντῶν σας. Οὕτως ἔληξε τό ζήτημα καί πανηγυρικῶς ἐδικαιώθητε».
7. Μητροπολίτη Ἠλείας Ἀθανασίου, ἄρθρο Πιστός ἄχρι θανάτου, Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), σελ. 84˙ Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν 1817-1967, τόμος Ζ΄, σελ. 4969: «...ἐπιστεύετο μάλιστα ὡς ὁ πλέον σκληρός καί ἄτεγκτος, αὐταρχικός καί πείσμων καί ἀδίστακτος καί δή κατά τάς ἡμέρας τῆς δράσεώς του, ὡς Ἀριστίνδην μέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικτατορίας».
8. Βλ. Παράρτημα, σελ. 358-359.
9. Βλ. Παράρτημα, σελ. 366-375 τήν περίπτωση τοῦ ἀπό Ἀργολίδος Πειραιῶς Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μετά ἀπό πολλά χρόνια φιλίας μέ τόν Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιο, ἔγινε ἐχθρός του, ἐκφέροντας μετά τό θάνατο τοῦ Διονυσίου βαριές ἐναντίον του κατηγορίες.
10. Ἐνορία, πρεσβ. Δημ. Ἡλιάδη (βλ. ὅλο τό κείμενο στό Παράρτημα τῆς Μεταπτυχιακῆς μας ἐργασίας Ποιμαντικές προοπτικές στά κείμενα καί τήν ζωή τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου): «Τό σέμνωμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὁ Πρύτανις καί Νέστωρ τῆς Ἱεραρχίας, ὁ Ἀποστολικός Ἱεράρχης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, καί Μέγας Πρωταγωνιστής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας ἀναγεννήσεως, δέν εἶναι πλέον μεταξύ ἡμῶν˙ παρεδρεύει ἤδη εἰς τό Οὐράνιον Θυσιαστήριον. Κατώδυνοι ἀναλογιζόμεθα τήν στιγμήν αὐτήν τήν ἀπώλειαν, χωρίς νά εἶναι δυνατόν νά τήν σταθμίσωμεν. Θά περάσῃ χρόνος πολύς διά νά ἀρχίσῃ νά γίνεται ἀντιληπτόν τί ἐστερήθη ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ἑλληνική Πατρίς, τήν Κυριακήν 4.1.70, ὅτε ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, κατόπιν μακρᾶς πολυωδύνου νόσου, ὁ μικρόσωμος Αὐτός Ἱεράρχης, ὁ Ὁποῖος ἐπέθεσε ἀνεξίτηλον τήν σφραγῖδα τῆς γιγαντιαίας προσωπικότητός Του ἐπί τῆς συγχρόνου πολυκυμάντου ἐκκλησιαστικῆς καί ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Ὁ Τρίκκης Διονύσιος ὑπῆρξε εἰς ὅλα Μέγας καί ὑποδειγματικός».
11. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Στα-
καί Παξῶν Πολύκαρπο καί Λαρίσης Θεολόγο, ἐπίσης ἀναφέρεται στήν ἔχθρα πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο5. Ἀπό μία ἄλλη ἐπιστολή του προέρχονται κάποιες πληροφορίες καί γιά συκοφαντίες πρός τόν Τρίκκης6. Ἄλλοι πάλι τόν κατηγοροῦσαν γιά ἀκραίες πράξεις7. Οἱ πηγές διασώζουν τό γεγονός τῆς κυκλοφορίας τό 1963 ἑνός ἀνωνύμου λιβελλογραφήματος ἐναντίον τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, στό ὁποῖο ἡ Μητρόπολη ἀπάντησε μέ ἀνακοίνωση στήν ἐφημερίδα «Ἀναγέννησις» στίς 10.1.1963 ἐνῶ ἤδη τήν ἑπόμενη μέρα δημοσιεύθηκαν ὑπερασπιστικά ἄρθρα στήν «Ἀναγέννησι», τήν «Ἐλευθέρα Γνώμη» καί στό «Ἐλεύθερο Βῆμα»8. Ἀρκετούς ἐχθρούς ἀπέκτησε ὁ Τρίκκης Διονύσιος καί τό 1965, πολεμῶντας τό μεταθετό9. Ἀλλά ἡ δριμύτερη κριτική ἀπό τίς περισσότερες πλευρές εἶχε ἀσκηθεῖ πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο, ἐπειδή διετέλεσε μέλος τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ 1967. Ἐνῶ ταυτόχρονα κάποιοι ἀπό τούς συγχρόνους του τόν ἀποκαλοῦσαν ἀποστολικό ἱεράρχη10 καί τόν τοποθετοῦσαν στήν ἴδια σειρά μέ τούς Πατέρες11.
11
παρούσα διατριβή ἀποτελεῖ μία πρώτη ἐπιστημονική προσέγγιση τῆς προσωπικότητας καί τοῦ ἔργου τοῦ Ἱεράρχη σέ σχέση μέ τήν Πατερική Παράδοση. Ἀπό αὐτή τή θέση θά ἤθελα πρωτίστως νά εὐχαριστήσω ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μου τόν ἐπόπτη καθηγητή μου κ. Χρῆστο Ἀραμπατζῆ γιά τήν καθοδήγησή του στήν πορεία τῆς ἔρευνας, γιά τίς πολύτιμες ὑποδείξεις καί τίς δημιουργικές του προτάσεις σχετικά μέ τή συγγραφή. Πολλές οἱ ὀφειλές μου καί στόν καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη, πού μέ ἐξαιρετική κατανόηση στάθηκε κοντά μου στή μακρά διάρκεια τῶν σπουδῶν μου στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, στηρίζοντάς με ἠθικά σέ ὅλες τίς δυσκολίες. Οἱ συμβουλές του πάντα ὑπῆρξαν πολύτιμες. Ἐπίσης, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά ἐκφράσω τίς θερμές μου εὐχαριστίες πρός τόν πρ. Πρόεδρο τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης, καθηγητή Πατρολογίας κ. Χριστοφόρο Κοντάκη καί πρός τόν τ. Διευθυντή τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, θεολόγο καί νομικό, κ. Εὐάγγελο Λέκκο, ἡ βοήθεια τῶν ὁποίων καί ἡ ἀπό καρδιᾶς συμβολή τους στήν ἐπιστημονική μου προσπάθεια ἦταν βαρυσήμαντες. Εὐχαριστῶ ἐπίσης θερμά καί τόν θεολόγο καί φιλόλογο κ. Ἀθανάσιο Γκάτζιο γιά τήν βοήθειά του. Σέ ὅλους τούς ἀγαπητούς μου διδασκάλους εὔχομαι ὁ Θεός νά ἀνταποδόσει τούς κόπους καί τούς μόχθους τους. Εἰλικρινεῖς οἱ εὐχαριστίες μου καί ἀπό τή θέση αὐτή στήν οἰκογένεια τοῦ μακαριστοῦ Ἰγνατίου Σακαλῆ, ἡ σύζυγος τοῦ ὁποίου, Ἀσπασία, εἶναι ἡ κατά σάρκα ἀνιψιά τοῦ Μητροπολίτη, κόρη τῆς ἀδελφῆς του Ἀριάδνης. Πολλά ὠφελήθηκε ἡ παρούσα ἔρευνα ἀπό τίς ἀναμνήσεις τους ὡς συγγενῶν καί συνεργατῶν τοῦ ἱεράρχη. Οἱ σπάνιες φωτογραφίες τοῦ Διονυσίου Τρίκκης καί κυρίως τά χειρόγραφά του, πού θά ἐκδοθοῦν γιά πρώτη φορά στό παρόν ἔργο, ὀφείλονται στήν εὐγενική προσφορά τους. Οἱ μέγιστες εὐχαριστίες μου στήν κόρη τοῦ Ἰγνατίου καί τῆς Ἀσπασίας, τή φιλόλογο Λένα Σακαλῆ. Τέλος ἀπευθύνω τίς θερμές μου εὐχαριστίες σέ ὅλους ἐκείνους πού συνέτρεξαν μέ ἀγάπη Χριστοῦ καί μέ βοήθησαν μέ κάθε τρόπο καθ᾿ ὅλη τή διάρκεια τῶν μεταπτυχιακῶν μου σπουδῶν.
Μοναχή Διονυσία
Ἱερά Μονή
Δώδεκα Ἀποστόλων Καρδίτσα
Ἱερά Μονή Δώδεκα Ἀποστόλων Καρδίτσα
3.Μαρτύριο...................................219
3.1. Ἡ προέλευση καί τό περιεχόμενο τοῦ χειρογράφου...........................................221
3.2. Μαρτύρια ἤ «ἑβδομάδα τῶν παθῶν» (Passiones)..............................................223
3.3. Τό Στρατοδικεῖο ἤ Πράξεις
(Acta)......................................................228
3.4. Τό ποιμαντικό ἔργο στίς
φυλακές..................................................229
3.5. Ἡ ὡραιότητα τῆς φύσης καί ἡ
ἐξάσκηση τοῦ μαρτυρικοῦ φρονήματος............................................236
3.6. «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»..............................................241

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
Ἡ σημασία τοῦ ἔργου τοῦ Τρίκκης
καί Σταγῶν Διονυσίου γιά τή σύγχρονη πνευματική ζωή
1. Ἱερωσύνη...................................247
1.1. Χαρισματική διαδοχή στήν ἱερωσύνη................................................247
1.2. Οἱ βασικές ἀρχές τοῦ ἱερέα.......................................................250
1.3. Ἀνάγκη ἀνακαίνισης τῆς ἱερωσύνης
γιά τήν ἀντιμετώπιση προβλημάτων τῆς τρίτης χιλιετίας......................................256
2. Μοναχισμός.......................................260
2.1. Ὁ μοναχισμός καί τό μαρτύριο......261
2.2. Ὁ τόπος καί ὁ τρόπος τῆς
ἄσκησης..................................................263
2.3. Τά παράγοντα τῆς ἀναβίωσης τοῦ μοναχισμοῦ.............................................266
2.4. Ὁ ἐσωτερικός κανονισμός ἱερῶν
μονῶν ὡς πρακτική ἐφαρμογή τῆς θεωρητικῆς δομῆς τοῦ Τρίκκης Διονυσίου στήν προσπάθεια ἀναγέννησης τοῦ ἑλληνικοῦ μοναχισμοῦ.............................................277
3. Τό μαρτυρικό φρόνημα ὡς ἀντίδοτο στό σύγχρονο πρόβλημα τῆς κρίσης.....................................280
3.1. Ἡ αἰτία τῆς κρίσης.........................280
3.2. Ἡ ἑρμηνεία τῆς κρίσης..................285
3.3. Ἡ θεραπεία τῆς κρίσης..................286
Ἀντί ἐπιλόγου........................................295
Summary...............................................297


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ..................................299
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ...............................403
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τῆς Πατερικῆς παράδοσης ἀπό τόν Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιο
(Βασικά θεολογικά θέματα καί ἡ θεμελίωσή τους στήν πατερική παράδοση)

1. Ἡ ἱερωσύνη..............................149
1.1. Ἡ διδασκαλία περί σύνθεσης τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὑπόβαθρο τῆς διδασκαλίας τοῦ Τρίκκης Διονυσίου περί ἱερωσύνης..............................................150
1.2. Ἡ ἁγιοπατερική διδασκαλία τοῦ Τρίκκης Διονυσίου περί ἱερωσύνης, μέ τή διδασκαλία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου ὡς θεμέλιο...................................................151
1.2.α. Ὁ ἱερέας διδάσκαλος..................157
1.2.β. Ὁ ἱερέας ἱερουργός.....................164
1.2.γ. Ὁ ἱερέας ὡς πνευματικός γιατρός...................................................168
1.3. Πρακτική ἐφαρμογή τῆς προσταγῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου «εὐσχημόνως
καί κατά τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14:40).....................................................174
1.3.α. Ἡ καθαριότητα, ἡ τάξη καί ἡ εὐπρέπεια τοῦ ἱ. ναοῦ...........................176
1.3.β. Ἡ καθαριότητα καί ἡ εὐπρέπεια
τοῦ λειτουργοῦ......................................183
1.4. Ἡ ἐφαρμογή τῆς διδασκαλίας τοῦ
ἀποστόλου Παύλου γιά τόν πιστό οἰκονόμο................................................185
1.5. Ἀρχιερωσύνη..................................187
1.6. Ἡ διδασκαλία περί ἀγάπης ὡς κατακλείδα τῆς διδασκαλίας περί ἱερωσύνης..............................................193
2. Μοναχισμός..............................195
2.1. Ὁ μοναχισμός καί τό μαρτύριο......195
2.2. Ὁ τόπος καί ὁ τρόπος τῆς ἄσκησης.................................................199
2.3. Προσέγγιση τῆς κρίσης τοῦ μοναχισμοῦ στόν 20ό αἰώνα......................................................204
2.4. Ἡ ἀπολογητική τοῦ μοναχισμοῦ............................................213
2.5. Ἡ νέα ἑρμηνεία τοῦ μοναχικοῦ διακονήματος.........................................215

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ.....................9
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ...............13
ΕΙΣΑΓΩΓΗ..............................................17

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Βίος καί δράση τοῦ Μητροπολίτη Διονυσίου

1. Ὁ ξεριζωμός ἀπό τή Μικρά Ἀσία.......35
2. Ἄσκηση στό Ἅγιον Ὄρος....................36
3. Θεολογικές σπουδές στή Χάλκη.......38
4. Ἱεροκήρυκας καί ἡγούμενος στή
Μητρόπολη Μηθύμνης..........................39
5. Τά μαρτύρια στίς φυλακές καί στά στρατόπεδα
τῆς Γερμανίας..........................................42
6. Ἡ δράση του στήν Κύπρο...................43
7. Ἡ δράση του στή Λῆμνο.....................49
8. Τό ἔργο τοῦ Διονυσίου ὡς Μητροπολίτη Τρίκκης
καί Σταγῶν...............................................54
9. Τό ἔργο του ὡς μέλους τῆς Ἱερᾶς
Συνόδου...................................................61
10. Ἡ ἐκδημία του...................................69

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου

1. Τά χρονικά πλαίσια τῆς συγγραφικῆς του
παραγωγῆς..............................................73
1.1. Προπολεμική περίοδος....................74
1.2. Ἡ ἀμέσως μεταπολεμική
περίοδος..................................................75
1.3. Ἡ Λημνιακή περίοδος......................76
1.4. Περίοδος τῆς ποιμαντορίας του ὡς
Τρίκκης καί Σταγῶν................................77
1.5. Κατάλογος τῶν ἔργων τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου κατά
χρονολογική σειρά.................................79

12. Μέ τήν ἔναρξη τῆς ἐπανάστασης κατέλαβε τήν Ἑλλάδα καί τό νέο πνεῦμα (Ἀρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σελ. 765), τό ὁποῖο θεωρητικά εἶχε διαμορφωθεῖ ἀκόμα στόν 18ο αἰώνα, μέ κύριο ἐκπρόσωπο τόν Ἀδ. Κοραή (Κρικώνη Χ., Πατερικά μελετήματα, τόμος Β΄, σελ. 178) καί πού προσέβλεπε στήν κοσμική Δύση τῆς ἀμερικανικῆς καί γαλλικῆς ἐπανάστασης. Οἱ ὀπαδοί τοῦ Διαφωτισμοῦ «με τη λογική και την επιστήμη έκριναν το κατεστημένο, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία και κάθε θεσμό με σκοπό να τα αναπλάσουν». Ἔτσι, «το κίνημα του Διαφωτισμού κλόνισε την πίστη στην υπερφυσική αυθεντία, αρνήθηκε την αποκάλυψη, ειρωνεύτηκε τα θαύματα και αρνήθηκε τα κυριότερα δόγματα του χριστιανισμού» καί τέλος «θέλησε να διαμορφώσει κοινωνία άσχετη από την εκκλησία» (Ἀναστασίου Ἰ., Ἐκκλησιαστική ἱστορία, σελ. 458, 461). Καί ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ ἑλληνική ἐθνικότητα ἀκόμη ταυτίζονταν, ἡ Ἐκκλησία βαθμιαῖα, χρόνο μέ τό χρόνο, ἔχανε τήν κυρίαρχή της θέση στή ζωή τοῦ ἀτόμου καί τοῦ Ἔθνους (Frazee Charles, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Ἑλληνική Ἀνεξαρτησία (1821-1852), σελ. 70).
13. Κονιδάρη Ἰ., Ἡ διαπάλη νομιμότητας καί κανονικότητας καί ἡ θεμελίωση τῆς ἐναρμονίσεώς τους, σελ. 32.
ἑρμηνεία τῆς Πατερικῆς Παράδοσης στό ἔργο τοῦ Διονυσίου πρέπει νά διερευνηθεῖ σέ συνάφεια μέ τό ἱστορικό πλαίσιο τῆς ἐποχῆς του. Ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητη μιά σύντομη ἀνασκόπηση ἱστορικῶν γεγονότων, πού ἀφοροῦν στήν ἔρευνα τῆς παρούσας ἐργασίας.
ἐκκλησιαστική κατάσταση τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶναι βαθιά ριζωμένη στήν ἐποχή τῶν ἀπελευθερωτικῶν ἀγώνων τοῦ 1821, πού εἶχαν θρησκευτικό χαρακτήρα γιά τούς Ἕλληνες καί στούς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία εἶχε πρωταγωνιστικό ρόλο12. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ νεότερου ἑλληνικοῦ Κράτους ξεκίνησε «ἡ στενή διαπλοκή των σχέσεων Ἐκκλησίας και Πολιτείας, η οποία άλλωστε μετέφερε στο χώρο της Εκκλησίας και τις έριδες από πολιτειακές εκτροπές, τις δικτατορίες και τα κινήματα», ἀλλά προπάντων ὁδήγησε «σε συχνές νομοθετικές επεμβάσεις»13. Ἡ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια διέκοψε τίς διαπραγματεύσεις του μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων, πού εἶχαν διακοπεῖ μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Ἡ ἔλευση τοῦ Ὄθωνα καί τῆς Ἀντιβασιλείας τῶν Βαυαρῶν πραγματοποίησε τήν «οριστική και αμετάκλητη διάρρηξη των δεσμών της Ελλαδικής Εκκλησίας με

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

17
18
14. Ὅ.π., σελ. 40.
15. Ὅ.π., σελ. 42.
16. Ὅ.π., σελ. 51.
17. Ὅ.π., σελ. 53.
18. Καραγιάννη Γ., Ἐκκλησία καί Κράτος, σελ. 27.
19..Ἀπό τή μία πλευρά τῆς βασίλισσας Ὄλγας καί ἀπό τήν ἄλλη τοῦ δημοτικιστῆ Ἀλέξανδρου Πάλλη.
20. Νανάκη Ἀ., Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, σελ. 55.
21. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, σελ. 694.
το Οικουμενικό Πατριαρχείο»14. Τό 1833 συγκλήθηκε ἡ Σύνοδος Ἀρχιερέων, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐκδοθεῖ τό Διάταγμα, τό ὁποῖο «κατέστησε την Εκκλησία κυριολεκτικώς υποτελή και δηλητηρίασε τις σχέσεις της με το Κράτος˙ τα ίχνη του δηλητηρίου αυτού δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να αποβληθούν πλήρως ούτε από τον οργανισμό της Πολιτείας ούτε από εκείνον της Εκκλησίας»15. Μέ τό Σύνταγμα τοῦ 1844 ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας περιήλθε σέ «Σύνοδο Ἀρχιερέων». Τό 1850 λύθηκε τό πρόβλημα τῆς πραξικοπηματικῆς ἀνακήρυξης τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού ἔγινε τό 1834, μέ τήν ἔκδοση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Συνοδικοῦ Τόμου, ὁ ὁποῖος συνδύασε τήν ἀνακήρυξη τῆς αὐτοκεφαλίας μέ τήν παγίωση τῆς κανονικῆς τάξης στή νεοΐδρυτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, «επιτάσσοντας την αυτοδιοίκησή της με βάση τους ιερούς κανόνες»16. Ἡ Βουλή ὅμως ἀπέρριψε τόν Τόμο καί ἐξέδωσε τό 1852 τόν Καταστατικό Νόμο, ὁ ὁποῖος «παγίωσε ένα πολιτειοκρατικό σύστημα σχέσεων με την Εκκλησία»17.
Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα ἡ Ἑλλάδα βρισκόταν σέ μία βαθιά κρίση, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική καί ἠθική18. Τό 1901 μία νέα ἔκρηξη στήν κοινωνία, ἐξ αἰτίας τῆς δημοσίευσης μετάφρασης τοῦ Εὐαγγελίου19, βαθαίνει τόν διχασμό. Μόνον ἡ παραίτηση τοῦ Ἀθηνῶν Προκοπίου σταμάτησε τά δραματικά γεγονότα καί τήν αἱματοχυσία. Ὁ Θεόκλητος Μηνόπουλος, πού ἀνέβηκε στό μητροπολιτικό θρόνο Ἀθηνῶν τό 1902, θά ἐπηρεάσει τήν ἐκκλησιαστική καί τήν πολιτική ζωή τῆς χώρας μέχρι τό 1922. Ἐνῶ μέχρι τότε δέν εἶχε περάσει οὔτε ἕνα νομοσχέδιο, οὔτε εἶχε ἀντιμετωπισθεῖ κανένα ἀπό τά σοβαρά ἐκκλησιαστικά ζητήματα, ὁ Θεόκλητος κατάφερε τήν πλήρωση τῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, πού χήρευαν γιά πολλά χρόνια20. Τό 1907 ὁ Εὐσέβιος Ματθόπουλος ἵδρυσε τήν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ζωή», μέ στόχο τήν ἀνανέωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τήν κοινωνική ἀναμόρφωση μέσῳ τῆς θρησκείας. Τό 1908 Τοῦρκοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁνομαζόμενοι «Νεότουρκοι», «φιλελεύθεροι πατριῶται»21, ἐπαναστάτησαν στή Θεσσαλονίκη. Κινούμενοι ἀπό τόν
19
22. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 31.
23. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., σελ. 679.
24. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., τ. 2, σελ. 593.
25...Ὅ.π., τ. 2, σελ. 593.
26. Βοβολίνη Κ., Ἡ Ἐκκλησία εἰς τόν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας 1453-1953, σελ. 204: «Οἱ Μακεδονικοί ἀγῶνες ὑπῆρξαν μακροχρόνιοι, σκληροί καί αἱματηρότατοι. Διότι οἱ ἀγῶνες διά τήν Ἑλληνικήν Μακεδονίαν δέν διεξήχθησαν μόνον κατά τοῦ παλαιοτέρου κατακτητοῦ, κατά τῶν Τούρκων, ἀλλά καί κατά ἑνός ἐχθροῦ, ἀπ᾿ αἰώνων ἤδη ὑπούλου καί ἐπικινδύνου: κατά τοῦ βουλγαρικοῦ στοιχείου…».
27. Παπάγου Ἀ., Δύο χρόνια στά στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῆς Γερμανίας, σελ. 19: γιά τούς ὁποίους «εἰς τήν συνείδησιν τῶν συμμάχων Ἐθνῶν ἡ μικρή μας χώρα εἶχε καί πάλιν ἐπιβληθῆ ὡς πρωτοπόρος τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας».
ὁραματισμό μετατροπῆς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας σέ ἐθνικό κράτος, ἄρχισαν νά καταπιέζουν πρωτίστως τούς χριστιανούς, μέ ἀποτέλεσμα νά ἑνωθοῦν τά ὀρθόδοξα κράτη ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Τό 1909 ὡρίμασε καί ξέσπασε μιά νέα Ἐπανάσταση ἀπό κατώτερους ἀξιωματικούς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατεύματος πού συγκρότησαν τόν «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», γνωστή ὡς τό Κίνημα στό Γουδί, μέ πνευματικούς ἡγέτες της κληρικούς, ὅπως ὁ Χρυσόστομος Χρυσοστομίδης ἤ Παπαδράκος22. Ἡ Ἐπανάσταση ἔφερε νέο ἀναγεννητικό πνεῦμα στή χώρα˙ μεταξύ ἄλλων ζητήθηκε καί ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας23. Τήν ἴδια χρονιά ἡ κυβέρνηση Μαυρομιχάλη ἐπέτρεψε νά περάσει ὁ ἐκκλησιαστικός νόμος Περί γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καί διοικήσεως μοναστηριῶν. Τό ἑπόμενο ἔτος ἐκδόθηκε νόμος Περί ἐνοριακῶν ναῶν καί τῆς περιουσίας αὐτῶν, περί προσόντων ἐφημερίων καί μισθοδοσίας αὐτῶν. Ὁ «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» ζήτησε καί ἔφερε τελικά στήν Ἑλλάδα ἕναν φέρελπι νέο πολιτικό ἀπό τήν Κρήτη, τόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νά ἀντιμετωπίσει τήν ἔκρυθμη κατάσταση στήν ὁποία εἶχε περιέλθει ἡ χώρα. Ὡς ἀποτέλεσμα τῆς Ἐπανάστασης στό Γουδί, τό Σύνταγμα τοῦ 1911, πού σέ λίγα μόνο πράγματα ξεχώριζε ἀπό τά προηγούμενα, ἔφερε καί μία σημαντική προσθήκη, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε τή μετάφραση τῆς Ἁγίας Γραφῆς χωρίς τήν προηγούμενη ἔγκριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τό 1912-1913 εἶναι ἡ περίοδος τῶν νικηφόρων γιά τήν Ἑλλάδα Βαλκανικῶν πολέμων. Τό 1912 κηρύχθηκε ὁ πρῶτος Βαλκανικός πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τόν «χαρακτήρα τῆς σταυροφορίας»24. Τά βαλκανικά κράτη-σύμμαχοι Ἑλλάδα, Σερβία, Βουλγαρία καί Μαυροβούνιο «κυρίευσαν ὁλόκληρη σχεδόν τήν Εὐρωπαϊκή Τουρκία»25. Τό 1913 ξέσπασε Ἑλληνοβουλγαρικός πόλεμος ἀνάμεσα στούς πρώην συμμάχους26. Τό 1914 ἄρχισαν οἱ Βορειοηπειρωτικοί ἀγώνες27, γιατί ἐνῶ ὁ ἑλληνικός Στρατός εἶχε ἀπελευθερώσει τή Βόρειο Ἤπειρο, «ὁ ἐν τῷ μεταξύ
20
28. Βοβολίνη Κ., ὅ.π., σελ. 215.
29.. Ὅ.π., σελ. 225.
30. Νανάκη Ἀ., ὅ.π., σελ. 67: «Ἡ εὐθύνη τοῦ Θεοκλήτου, ὡς προέδρου τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔγκειται στό ὅτι προσωπικά τοὐλάχιστον δέν θέλησε νά διαφοροποιηθεῖ ἀπό τά γενόμενα, διαφυλάττοντας κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἐπίσημη ταύτισή της μέ συγκεκριμένη πολιτική παράταξη, ἀλλά συμμετεῖχε στό ἀνάθεμα».
31. Ἀγγελοπούλου Ἀ., Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἱστορία τῶν δομῶν διοικήσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (εἰκοστός αἰώνας), σελ. 39.
32. Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 19: «Ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος εἶναι μιά μορφή Συνόδου πού χρησιμοποίησε πολλές φορές ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Λέγεται Ἀριστίνδην, γιατί αὐτός πού τή συγκροτεῖ ὁρίζει ὡς μέλη της τούς κατά τή γνώμη του ἀρίστους, ἤ ἀρίστους εἰδικά γιά τό σκοπό πού αὐτή συνέρχεται. (Γι᾿ αὐτό μπορεῖ, πολλές φορές, νά εἶναι Ἀριστίνδην καί νά προτιμοῦνται ὄχι οἱ ἄριστοι ἀλλά οἱ ἀρεστοί). Εἶναι ὅμως ἔκτακτη Σύνοδος καί, ἐπειδή οἱ ἄριστοι εἶναι πάντα λίγοι, εἶναι συνήθως ὀλιγομελής».
ἐκραγείς πρῶτος παγκόσμιος πόλεμος, ἀνέτρεψε τά συμπεφωνημένα καί τά ἀνεγνωρισμένα ἑλληνικά δικαιώματα, καί ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ἐν μέσῳ περιπετειῶν, παρέμεινεν εἰσέτι ὑπό δουλείαν»28. Τήν ἴδια χρονιά οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν νά διώχνουν τούς χριστιανούς ἀπό τό κράτος τους. «Μόνον κατά τό πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1914 ἀπηλάθησαν παρά τῶν Νεοτούρκων ἤ ἠναγκάσθησαν νά ἐκπατρισθῶσι 250.000 Ἑλλήνων ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας»29. Ὅσον ἀφορᾶ στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἴσχυε ὁ νόμος τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τοῦ 1852, πού καθιστοῦσε ὡς ἀνώτατη ἐκκλησιαστική ἀρχή ὄχι συνολικά τό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά μιά πενταμελή Σύνοδο, ἡ ὁποία ἤλεγχε τή διαρκή Σύνοδο, ἔχοντας τή δυνατότητα νά παρέμβει στή σύνθεσή της. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, αὐτές μποροῦσαν νά ληφθοῦν μόνον παρουσίᾳ τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου. Ὁ πολιτικός διχασμός μεταξύ βενιζελικῶν καί βασιλικῶν μεταφέρεται καί στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἀποκορύφωμα τόν ἀναθεματισμό ἀπό τή Σύνοδο τό 1916 τοῦ Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος ἐπαναστάτησε κατά τῆς κυβέρνησης τῶν Ἀθηνῶν καί σχημάτισε στή Θεσσαλονίκη ἄλλη προσωρινή ἐθνική κυβέρνηση. Ὁ Ἀθηνῶν Θεόκλητος δέν συμφωνοῦσε, ἀλλά δέν ἔκανε καί καμμία προσπάθεια νά ἐκφράσει δημόσια τή γνώμη του30. Ἡ «μεγάλη πνευματική πτώση καί ἡ ἐντροπή τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ»31 χαρακτηρίζουν τήν περίοδο 1917-1922. Τό 1917 οἱ σύμμαχοι βοηθοῦν τόν Βενιζέλο νά ἐπιστρέψει στήν Ἀθήνα, ἐνῶ ὁ βασιλιάς Κωνσταντῖνος ἀναγκάζεται νά ἐγκαταλείψει τή χώρα, ἀφήνοντας τόν θρόνο στόν δευτερότοκο υἱό του Ἀλέξανδρο. Μέσα σέ ἕνα μῆνα συγκροτεῖται ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος32, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τούς Ἀρχιερεῖς πού ἦταν στό πλευρό τοῦ βασιλιᾶ καί τούς φυλακίζει σέ μοναστήρια, μέ ἀπόφαση τοῦ Ἀνώτατου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου.
21
33. Εἶναι ἡ τέταρτη Ἀριστίνδην Σύνοδος πού συγκροτήθηκε μετά ἀπό τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος (βλ. Πρεσβυτέρου Ματζουνέα Ε., Ὑπάρχει κρίσις εἰς τήν Ἑλλαδικήν Ἐκκλησίαν; σελ. 13).
34. Νανάκη Ἀ., ὅ.π., σελ. 77.
35. Ἀγγελοπούλου Ἀ., ὅ.π., σελ. 42.
36. Ἡ πέμπτη αὐτή Ἀριστίνδην Σύνοδος συγκροτήθηκε «διά Βασιλ. Διατάγματος τήν 19ην Νοεμβρίου 1920…» (βλ. Πρεσβυτέρου Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 14).
37. Ἀναστασίου Ἰ, ὅ.π., τ. 2, σελ. 594.
38. Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 14.
Ὁ Ἀθηνῶν Θεόκλητος καθαιρεῖται. Τό 1918 ἡ ἐν λόγῳ Ἀριστίνδην Σύνοδος33 ἐκλέγει τόν Μελέτιο Μεταξάκη, εὐνοούμενο τῆς κυβέρνησης τοῦ Βενιζέλου, ὡς Μητροπολίτη Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀναλαμβάνει τό πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας τήν ἐποχή, «ὅπου ὁλοκληρώνεται ἡ πραγματικότητα ἑνός νέου κόσμου, πού σηματοδοτεῖται μέ τό τέλος τῶν αὐτοκρατοριῶν, τή συνακόλουθη διάλυση καί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί τόν ἀναπόφευκτο ἐπαναπροσδιορισμό τῶν συνόρων τῶν Βαλκανικῶν κρατῶν»34. Ὁ Μελέτιος ἦταν δεδηλωμένος βενιζελικός, ὅμως ἡ στάση του στό θέμα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς πολιτειοκρατικές ἀρχές, ἔδινε μία ἐλπίδα, ὅτι ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μπαίνει σέ σωστό δρόμο. Ἐπίσης ὡς Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὁ Μελέτιος Μεταξάκης σέ μικρό χρονικό διάστημα ἀνέπτυξε ἀξιόλογη δράση ἐνισχύοντας τό κήρυγμα καί τήν ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση35. Ὅμως τό 1920 ὁ Βενιζέλος χάνει τίς ἐκλογές καί ψηφίζεται ὁ βασιλικός Δ. Ράλλης. Ἀκολούθησε καί ἡ ἀλλαγή στό σῶμα τῆς Ἐκλησίας, καθώς στό θρόνο τῶν Ἀθηνῶν, ἀντί τοῦ Μελετίου, ἐπιστρέφει ὁ Θεόκλητος Μηνόπουλος36. Τό 1920 διαλύθηκε τό καθεστώς τῶν Νεοτούρκων καί ἐμφανίστηκε ὁ Μουσταφά Κεμάλ, ὁ ὁποῖος ὀργάνωσε τόν τούρκικο στρατό στή Μικρά Ἀσία. Τό 1922 συντελέστηκε ἡ Μικρασιατική καταστροφή. Πέρα ἀπό τή φρικτή σφαγή, ἔγινε καί τό τελικό ξερίζωμα τῶν Ἑλλήνων ἀπό τήν Μ. Ἀσία καί τόν Πόντο μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν37. Τά δραματικά γεγονότα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς προκαλοῦν τήν ἐπανάσταση τοῦ Ν. Πλαστήρα τό 1922 καί φέρνουν τήν κυριαρχία τῶν στρατιωτικῶν στά πολιτικά πράγματα, μέ ἐπακόλουθη τήν παραίτηση καί ἐκ νέου ἀποχώρηση τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου. Ἐπανέρχονται οἱ μεταρρυθμιστές, ψηφίζονται μία σειρά μεταρρυθμιστικῶν νομοσχεδίων. Συγκροτεῖται ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος (ἡ ἕκτη κατά σειρά38), πού ἀκυρώνει ὅλα τά προηγούμενα διατάγματα, μέ Μητροπολίτη Ἀθηνῶν αὐτή τή φορά τόν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο (χειροτονεῖται στίς 25.02.1923). Ὅμως ὁ Καταστατικός Χάρτης τοῦ 1923 δέν ἀνταποκρινόταν στούς κανόνες τοῦ Κανονικοῦ
22
39. Νανάκη Ἀ., ὅ.π., σελ. 53.
40. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., σελ. 680.
41. Τό 1923 συγκροτήθηκε ἡ ἕβδομη Ἀριστίνδην Σύνοδος «διά Δικτατορικοῦ Διατάγματος ἐπί Κυβερνήσεως Ν. Πλαστήρα», μέ σκοπό «ἐφαρμογῆς καί ἐκτελέσεως … Ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως περί ἐκθρονισμοῦ ὑπερηλίκων Ἀρχιερέων καί μεταθέσεως ἄλλων, μή ἀνηκόντων εἰς τήν Ἀντιβασιλικήν Παράταξιν» (Πρεσβυτέρου Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 14).
42. Κολιοπούλου Ἰ., Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό 1800, σελ. 285.
43. Μέ τό Νομοθετικό Διάταγμα τοῦ Θ. Παγκάλου εἶχε συγκροτηθεῖ τό 1925 ἡ ὄγδοη Ἀριστίνδην Σύνοδος (βλ. Πρεσβυτέρου Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 14).
44. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., σελ. 680.
45.. Ὅ.π., σελ. 681.
ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου39. Σύμφωνα μέ αὐτόν τήν Ἐκκλησία θά διοικοῦσε ἡ πενταμελής Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας, πού ὅμως θά συνεδρίαζε μόνο μία φορά τό χρόνο, ἐνῶ τό ὑπόλοιπο χρονικό διάστημα τήν Ἐκκλησία θά διοικοῦσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἐκτελῶντας τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου40. Ἑπομένως ἦταν ἀδύνατον νά συνέλθει τό σύνολο τοῦ σώματος τῆς Ἱεραρχίας, γιά νά συζητηθοῦν τά μεγαλύτερα ἐκκλησιαστικά θέματα καί νά ληφθοῦν ἀποφάσεις γιά τά σημαντικότερα ζητήματα. Τή χρονιά αὐτή41 τοῦ 1923 ἡ Ἑλλάδα «ἦταν μία χώρα ἡττημένη στρατιωτικά, διχασμένη πολιτικά, διεθνῶς ἀπομονωμένη καί ἀπειλούμενη ἀπό τίς γειτονικές χῶρες, οἰκονομικά κλονισμένη καί ὑποχρεωμένη νά περιθάλψει πλέον τοῦ ἑνός ἑκατομμυρίου ἐνδεῶν καί ἄστεγων προσφύγων»42. Εἶναι τά χρόνια τῆς πρώτης Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας (1924-1936). Τό 1925 ὁ δικτάτορας Πάγκαλος43 διέπραξε ἀκόμα μία ἀπαλλοτρίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας44. Τό 1928 οἱ Μητροπόλεις τῶν Νέων Χωρῶν ὑπήχθησαν «ἐπιτροπικῶς» στή δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατήρησε τά πνευματικά του δικαιώματα σχετικά μέ αὐτές. Τό 1931 καί 1932 ψηφίστηκαν οἱ Νόμοι 5187 καί 5438, οἱ ὁποῖοι καθιέρωσαν μικτό σύστημα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας: μία φορά τόν χρόνο θά συνεδρίαζε ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας, ἐνῶ στή διάρκεια ὅλου τοῦ ἔτους θά λειτουργοῦσε ἡ Διαρκής Σύνοδος45. Στό θέμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας ἐπέφερε μεγάλη ἀλλαγή ἡ κατάργηση τό 1930 τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί ἡ ἵδρυση ἀντί αὐτοῦ τοῦ Ὀργανισμοῦ Διοικήσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας (ΟΔΕΠ). Ἀπό τά ἐσωτερικά προβλήματα τῆς χώρας τό μεγαλύτερο ἦταν ἡ ἀνταλλαγή πληθυσμῶν μέ τήν Τουρκία καί στό ἐξωτερικό πεδίο τά προβλήματα στίς σχέσεις μέ Σερβία, Βουλγαρία καί Τουρκία, μαζί καί τό Κυπριακό. Ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τό μεγαλύτερο ἀπό τά ἐσωτερικά της προβλήματα ἦταν τό ζήτημα τοῦ νέου ἡμερολογίου, πού ἡ
23
46. Γαζή ..Ἔ., Πατρίς, θρησκεία, οἰκογένεια, σελ. 203.
47. Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 14-15: «Ἡ Σύνοδος αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1945 μέ τινας ἐλαχίστας παραλλαγάς προσώπων…».
48. Σβορώνου Ν., Ἐπισκόπηση τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας, σελ. 145: «Οἱ ἀνθρώπινες ἀπώλειες ἀνῆλθαν στό 7-8% τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ἀγροτική παραγωγή μειώθηκε περισσότερο ἀπό 70%, ἡ ναυτιλία ἔχασε πάνω ἀπό 73% τῆς χωρητικότητάς της, ἡ ὑποδομή τῆς χώρας καταστράφηκε σχεδόν ὁλοκληρωτικά. Περισσότερο ἀπό χίλια χωριά καταστράφηκαν, τό νόμισμα ἐκμηδενίστηκε».
49. Καραγιάννη Γ., Ἐκκλησία καί Κράτος, σελ. 66.
50. Ματζουνέα Ε., ὅ.π., σελ. 15.
Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε ἀπό τό κράτος τό 1924 καί κορυφώθηκε τό ζήτημα τό 1935. Στίς δεκαετίες τοῦ ΄20 καί τοῦ ΄30 ἀρχίζει να ἀναδύεται στήν Ἑλλάδα τό ἐργατικό καί κομμουνιστικό κίνημα. Ἡ Ἐκκλησία ἀντιδρᾶ ἀναθέτοντας στόν θεολόγο Π. Τρεμπέλα τή συγγραφή μελέτης πάνω στό θέμα τοῦ κομμουνισμοῦ, ἡ ὁποία ἐκδόθηκε τό 1925. Τήν περίοδο 1924–1925 δημιουργοῦνται καί τά ἀντικομμουνιστικά σχήματα καί ὀργανώσεις γιά νά τόν ἀντιμετωπίσουν. Παράλληλα προχωροῦσε με γοργό ρυθμό καί ὁ ἑλληνικός φεμινισμός, πού ὁ μετασχηματισμός του γινόταν «ἀπό τό πρώιμο στάδιο τῆς ἐμφάνισης σέ ζητήματα οἰκογένειας καί ἐκπαίδευσης καί στό πρότυπο τῆς "πατριωτικῆς μητρότητας" πρός τό πεδίο διεκδίκησης πολιτικῶν καί κοινωνικῶν δικαιωμάτων»46. Ὁ θάνατος τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου τό 1938 προβλημάτισε τόν δικτάτορα Μεταξά γιά τήν ἐπιλογή τοῦ διαδόχου του. Τελικά ἐκλέχθηκε ὁ Τραπεζοῦντος Χρύσανθος, ἀλλά ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος (ἔνατη στή σειρά47) τοῦ 1941 θά παύσει τόν Χρύσανθο καί στή θέση του θά φέρει τόν Δαμασκηνό. Ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ἡ κατοχή τῆς χώρας ἀπό τούς Γερμανούς, τούς Ἰταλούς καί τούς Βούλγαρους, οἱ ἐσωτερικές ταραχές πού κατέληξαν στόν ἐμφύλιο πόλεμο κατά τήν περίοδο 1946–1949, εἶχαν κατερειπώσει τή χώρα48. Καί οἱ δύο μητροπολῖτες, ἀντίπαλοι γιά τόν θρόνο τῶν Ἀθηνῶν, ἐργάζονται ἐντατικά στά χρόνια τῆς κατοχῆς. Ὁ Δαμασκηνός κατορθώνει νά μισθοδοτεῖται ὁ κλῆρος ἀπό τό Δημόσιο Ταμεῖο. Ἐπίσης δικό του ἔργο εἶναι καί ὁ Καταστατικός Χάρτης (νόμος 671/1943), ὁ ὁποῖος, σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου, ἴσχυσε μέχρι καί τήν Ἀπριλιανή δικτατορία (1967). Ὁ Χρύσανθος ἔγινε ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ στήν Ἑλλάδα καί ἐνέκρινε τή μορφή, τόν τρόπο καί τήν ἔκταση τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἀγώνα στήν Ἑλλάδα49. Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1944 οἱ Γερμανοί ἐγκατέλειψαν τήν Ἀθήνα, ἀλλά τότε ξέσπασε ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Οἱ σύμμαχοι Ἄγγλοι ἀπό τήν πλευρά τους ἀπαίτησαν ἀπό τόν βασιλιά Γεώργιο νά ὁριστεῖ ἀντιβασιλεύς ὁ Μητροπολίτης Δαμασκηνός ἀντί τοῦ Χρυσάνθου. Τό 1945 συγκροτήθηκε ἡ δέκατη Ἀριστίνδην Σύνοδος «ὑπό τοῦ Ἀντιβασιλέως – Ἀρχιεπισκόπου Δαμασκηνοῦ»50,
24
51. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 92.
52. Ἀγγελοπούλου Ἀ., ὅ.π., (εἰκοστός αἰώνας), σελ. 58.
53. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 101: «Ἄτολμη, ἄβουλη καί διστακτική εἶναι καί ἡ στάση της Ἱεραρχίας στό μεγάλο ἐθνικό θέμα τῆς Κύπρου. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος, παρ᾿ ὅτι ἦταν πρόεδρος τῆς Πανελλήνιας Ἐπιτροπῆς Ἑνώσεως Κύπρου (ΠΕΕΚ), δέν ξέφυγε οὔτε στιγμή ἀπό τήν ἐπίσημη γραμμή τῶν μετεμφυλιακῶν κυβερνήσεων, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή ὁδηγοῦσε σέ ἀπαράδεκτους συμβιβασμούς, πού προκαλοῦσαν τήν ὀργή τοῦ λαοῦ καί τῆς ἡγεσίας τοῦ κυπριακοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος».
μέ σκοπό νά χειροτονηθοῦν νέοι Ἀρχιερεῖς. Στίς 27 Σεπτεμβρίου 1946 ὁ Γεώργιος ἐπιστρέφει στήν Ἑλλάδα καί ἐνῶ διεξαγόταν ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ταυτόχρονα συνεχιζόταν τό ἀρχιεπισκοπικό ζήτημα. Βουλευτές καί Μητροπολίτες πίεζαν γιά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ὁ Γεώργιος καί πάλι ἔλαβε ἀρνητική ἀπάντηση ἀπό τή Βρετανική Κυβέρνηση καί ὁ Δαμασκηνός παρέμεινε στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν μέχρι τόν θάνατό του στίς 20 Μαΐου 1949. Ὁ Γεώργιος δέν ὑπέγραψε ποτέ τήν παραίτηση τοῦ Χρυσάνθου, πού θά σήμαινε τήν ἀναγνώρισή του ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ἀπό τό 1938 ἕως τό 1941 καί τελικά τό αἴτημα αὐτό τοῦ Χρυσάνθου θά ἱκανοποιηθεῖ, ἀλλά καί πάλι ἐν μέρει, μετά ἀπό τήν ἐκλογή τοῦ διαδόχου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Σπυρίδωνα, 50 περίπου μέρες πρίν ἀπό τόν θάνατο τοῦ Χρυσάνθου. Στά χρόνια τοῦ ἐμφύλιου πολέμου ἡ Ἐκκλησία τίθεται ὁλοκληρωτικά στό πλευρό τῆς βασιλικῆς κυβέρνησης τῶν Ἀθηνῶν, ἀπομακρύνει ὅλους τούς κληρικούς πού εἶχαν ἐνταχθεῖ στό Ἐθνικό Ἀπελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) ἤ συνεργάστηκαν μαζί του καί, πέρα ἀπό τίς ἐγκυκλίους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πού καταδίκαζαν τήν Ἀριστερά, ὑπῆρξε πλέον πολύ δυναμική παρουσία κληρικῶν στίς στρατιωτικές ὁμάδες, θεμελιώνοντας ἔτσι μία στενή σχέση μέ τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις. Καθοριστική δράση εἶχε στόν ἰδεολογικό καί πολιτικό ἀγώνα κατά τῆς Ἀριστερᾶς ἡ ὀργάνωση Θεολόγων «Ζωή»51. Τήν περίοδο 1940-1950 «ἡ ἀδελφότητα αὐτή πρόσφερε θετικό ἔργο σέ δύσκολες στιγμές … κύρια στούς τομεῖς τῆς πνευματικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας, μέ τήν κατηχητική καί τήν κηρυκτική δράση καί τήν ἔμπρακτη φιλανθρωπία»52. Στό Σύνταγμα τοῦ 1952 ἡ Ἐκκλησία καί πάλι παρουσιάζει κρατική ὑπόσταση, ἐξαρτώμενη ἀπό τήν πορεία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ὅπως φάνηκε καί στό θέμα τοῦ Κυπριακοῦ53. Ὁ Σπυρίδων πέθανε στίς 21 Μαρτίου 1956. Νέος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἐκλέχτηκε ὁ Λαρίσης Δωρόθεος (ὁ ὁποῖος ὅμως σέ 17 μῆνες πέθανε). Ἡ περίοδος τῆς ἀρχιερατίας τοῦ Δωροθέου σημαδεύεται ἀπό τή δημοσίευση στόν Τύπο τῆς ἔρευνας τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, τά ὁποῖα μᾶλλον μεγαλοποιήθηκαν. Ὅμως ἡ Ἐκκλησία δέν ἔλαβε καμία θέση καί ἐνῶ οἱ ἀποκαλύψεις τοῦ
25
54. Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 9.
55.. Ὅ.π., σελ. 10.
56. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 117: «Ἡ ὑποστήριξη στόν Θεόκλητο ἐπιτυγχάνεται σέ συσκέψεις πού γίνονται σέ σπίτια μητροπολιτῶν. Καί ὁ μητροπολίτης Πατρῶν, ὅταν ἀνεβαίνει στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, ἀνταποδίδει τή βοήθεια, ἐξασφαλίζοντας διά τοῦ "μεταθετοῦ" μεγαλύτερες μητροπόλεις γιά δέκα ἀπό τούς ὑποστηρικτές του…».
57.. Ὅ.π., σελ. 118.
58. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ἀπό τό ἄρθρο τοῦ πρώην Κυθήρων Μελετίου, Ὁ ἐνάρετος Ἱεράρχης, σελ. 56: «Αἱ βαρεῖαι κρίσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐναντίον τοῦ μεταθετοῦ τῶν Ἀρχιερέων (ὅταν ἔλαβεν ἀφορμήν νά μελετήσῃ τοῦτο καί νά ἐμβαθύνῃ εἰς αὐτό) ἐνεποίησαν αὐτῷ μεγίστην ἐντύπωσιν. Ἐκράτουν αὐτόν σκεπτικόν. Τί ἔπραξε! … Πιεσθείς ὑπό φίλων του καί εὑρεθείς εἰς τοιαύτην ψυχολογικήν θέσιν, πού τοῦ ἦτο ἀδύνατον νά ἀρνηθῇ μή ἔχων βαθέως μελετήσει τά τοῦ μεταθετοῦ τῶν Ἐπισκόπων, ἐδέχθη τήν μετάθεσιν. Ἀλλ᾿ ὡμίλει μοι λίαν μετανοημένος διά τοῦτο».
59. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν
Τύπου ἀφοροῦσαν σέ σοβαρά παραπτώματα τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας –σέ θέματα ἠθικῆς καί φιλοχρηματίας– δέν προέβη σέ ἀνάλογες ἐνέργειες, ὥστε ἤ νά διαμαρτυρηθεῖ γιά τή συκοφάντηση τοῦ κλήρου ἤ νά τιμωρήσει παραδειγματικά τούς παρεκτραπέντας54. Αὐτό ἦταν τό ἕνα ἀπό τά δύο δεσπόζοντα –στήν ἐποχή μετά ἀπό τό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– ἐκκλησιαστικά προβλήματα, πού προκαλοῦσαν τήν ἀγανάκτηση τοῦ λαοῦ. Τό δεύτερο ἦταν τό μεταθετό τῶν Ἀρχιερέων. Τό θέμα τοῦ μεταθετοῦ παρουσιάστηκε ὡς πρόβλημα, διότι «θεωρήθηκε μέσον συναλλαγῆς τῶν διοικούντων τήν Ἐκκλησία καί πλουτισμοῦ ἐκείνων πού μετατίθενται»55. Στίς 11 Μαΐου 1957 τόν Δωρόθεο διαδέχθηκε ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν Θεόκλητος, στόν τρόπο ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου ξαναπαρουσιάστηκε τό πρόβλημα τοῦ μεταθετοῦ καί πάλιν ὡς σκανδάλου56. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1958 ὁ Θεόκλητος, ὡς πρόεδρος τῆς ΠΕΕΚ, «αἰφνιδιάζει τήν κυβέρνηση Καραμανλῆ»57, καταδικάζοντας σέ διάγγελμα τίς ὠμότητες τῶν Ἄγγλων στήν Κύπρο. Τό 1959 σημαδεύτηκε ἀπό τή μεγάλη κρίση, πού προκάλεσε καί πάλι τό λεγόμενο «μεταθετό» καί ἔφερε διχασμό στήν Ἱεραρχία, διότι ἕνα μέρος τῶν μητροπολιτῶν ὑποστήριζε τήν κατάργηση τοῦ «μεταθετοῦ» (ὅπως ἐξάλλου καί ἡ κυβέρνηση τοῦ Κ. Καραμανλῆ), ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἦταν ὑπέρ αὐτοῦ. Χαρακτηριστικό εἶναι, ὅτι ἐπί τοῦ Θεοκλήτου, τό 1959, καί ὁ Μητροπολίτης Διονύσιος ἔγινε ἀπό Λήμνου Τρίκκης καί Σταγῶν διά μεταθέσεως. Στή συνέχεια ὅμως ὁ Διονύσιος πολέμησε τό σύστημα τοῦ μεταθετοῦ58. Στήν περίπτωση τοῦ Τρίκκης, σύμφωνα μέ τόν πρ. Κυθήρων Μελέτιο, ἡ μετάθεση δέν ἔγινε κερδοσκοπικά59. Οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔγραφαν, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ
26
Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου πρώην Κυθήρων Μελετίου, Ὁ ἐνάρετος Ἱεράρχης, σελ. 56: «Δέν ἐπεδίωξε μετάθεσιν διότι ἤθελε νά φύγῃ ἀπό τήν μικράν Μητρόπολιν Λήμνου, νά ὑπάγῃ εἰς ἄλλην μεγαλυτέραν. … Ὑπῆρξεν ἀκτήμων, ἀνώτερος χρημάτων: ἀπέθανε πένης!»
60.. Ἐφημερίδα «Λῆμνος» στίς 8.02.1959, κύριο ἄρθρο: «Ἕως χθές εἴμεθα ἥσυχοι ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Δοξάζαμε τόν καλό Θεό, διότι μᾶς ἔστειλε σέ μιά δύσκολη περίοδο τόν ἄξιον Ἱεράρχη, τόν ἐργώδη καί ζηλωτή πνευματικό Ποιμένα, τόν προοδευτικό καί ἀκούραστο Ποιμενάρχη, τόν χρηστό καί ἀφιλοχρήματο Δεσπότη, τόν εὐθύ καί εἰλικρινῆ Ἡγέτη, τόν μεγαλόψυχο καί ἐλεήμονα Ταγό... Τώρα εἴμεθα πλέον ὀρφανοί... Ἡ Λῆμνος θά νοιώσῃ βαθειά τήν ἀπουσία του, ὅπως ἐξ ἀρχῆς εἶχεν αἰσθανθῇ καί τήν παρουσία του... Εἴχαμε εὐχαριστήσει τόν Ὕψιστο, διότι μετά μακράν σειράν ἐτῶν στειρότητος ἠξιώθημεν νά ἀποκτήσωμε Μητροπολίτην ἄξιον τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του, τοῦ θεαρέστου ἔργου του... Εἶναι ἡ στιγμή δύσκολος...».
61.. Ἡ ἐφημερίδα «Ἐλευθέρα Γνώμη» στίς 8.03.1959, ἀπό τό ἄρθρο Μέ ἐνθουσιασμόν θά ὑποδεχθῆ ὁ λαός τῆς πόλεώς μας τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Τρίκκης κ. κ. Διονύσιον: «Ἀπό σήμερον ἡ Ἱερά Μητρόπολις Τρίκκης καί Σταγῶν ἔχει τόν ὑπεράξιον Μητροπολίτην της. Τόν σκληρῶς δοκιμασθέντα εἰς τήν Φυλακήν, τά στρατόπεδα καί τά βασανιστήρια. Τόν μή πτοηθέντα καί ἀπό αὐτόν τόν θάνατον, πού τόν ἠπείλει ἀνά πᾶσαν στιγμήν. Ὁ Διονύσιος ἐπέζησε ὅλων αὐτῶν, διότι ὁ Θεός τόν ἠγάπησε καί διότι καί ἡμᾶς, τό χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Τρίκκης καί Σταγῶν, ἠγάπησε, ὥστε νά τοποθετηθῇ ὡς ἐκλεκτός Ἱεράρχης μας, καί νά τόν γνωρίσωμεν εἰς ἔργα φυλαλληλίας καί ἀνυψώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου μας καί βελτιώσεως τῆς θέσεως τοῦ ἱεροῦ μας κλήρου».
Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 21–22: «Μέ ἀπερίγραπτο ἐξ ἄλλου ἐνθουσιασμό οἱ Τρικαλινοί ἐδέχθησαν τήν ἀπόφασι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι ἐγνώριζαν, ὅτι ὁ Διονύσιος (Χαραλάμπους), ἦταν ἕνας ἐκ τῶν ἀρίστων καί ἁγίων Ἱεραρχῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἀκαταπόνητος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου καί ζηλωτής τῶν πατρικῶν του παραδόσεων. Ἡ λαμπρά ἑνδεκαετία πού ἐπηκολούθησε ἐδικαίωσε τούς Χριστιανούς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Τρίκκης καί Σταγῶν».
62.. Ἡ ἐφημερίδα «Ἔρευνα» στίς 8.03.1959, ἀπό τό ἄρθρο Ὁ νέος Μητροπολίτης: «Ἐκεῖνο ὅμως πού ἐπιστεγάζει τήν προσωπικότητα τοῦ νέου Ἱεράρχου εἶναι ἡ πανθομολογουμένη εὐσέβεια καί ἁγιότης του».
Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Διον. Μαγκλιβέρα, σελ. 58: «… ἡ ἀκτινοβολία τῆς προσωπικότητος καί τῆς δραστηριότητός του εἶχεν ἐξέλθει τῶν στενῶν ὁρίων τῆς Μητροπόλεώς του καί εἶχε, χωρίς ὑπερβολήν, κατακτήσει τό Πανελλήνιον. Καί τοῦτο ὀφείλεται εἰς τό ὅτι ὁ Διονύσιος εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς τήν κοινήν συνείδησιν ὡς ποιμήν, ὡς συγγραφεύς, ὡς ἐκκλησιαστικός ἡγέτης, ὡς Ἄνθρωπος».
63.. Ἡ ἐφημερίδα «Ἀναγέννησις» στίς 4.02.1959: «… ἡ Ἱ. Μητρόπολις Τρίκκης καί Σταγῶν
μετάθεση στούς Λημνίους μέν προκάλεσε βαθιά λύπη60, ἐνῶ στούς Τρικαλινούς μεγάλο ἐνθουσιασμό61. Σύμφωνα καί πάλι μέ τίς ἐφημερίδες ἡ προσωπικότητα τοῦ Διονυσίου Χαραλάμπους ἦταν εὐρύτερα γνωστή στόν ἑλληνικό λαό62 καί δέν συνδεόταν στή συνείδησή του μέ κανένα σκάνδαλο, ἀντιθέτως τό ἠθικό του ἀνάστημα ἦταν σεβαστό στήν κοινή γνώμη63. Τόν γνώριζαν ὡς
27
θεωρεῖται ὡς μεγάλη καί παλαιά Μητρόπολις, ἥτις εἴθισται νά πληροῦται διά μεταθέσεως. … ὁ Μητροπολίτης Λήμνου κ. κ. Διονύσιος εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων Ἱεραρχῶν, πραγματικός Λευΐτης, διακρίνεται δέ διά τήν αὐστηράν προσήλωσίν του εἰς τά θρησκευτικά καθήκοντα καί διά τήν μεγάλην ἐθνικήν καί κοινωνικήν δρᾶσιν του. Γενικῶς ὁ νέος Ποιμενάρχης μας εἶναι κεκοσμημένος μέ ὅλα τά σπάνια προσόντα τά προσήκοντα εἰς ἕνα πραγματικόν Ἱεράρχην, ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του. … εἶναι ἡλικίας 54 ἐτῶν … κατά τήν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἐφυλακίσθη ὑπό τῶν κατακτητῶν ... διά τήν ἐθνικήν δρᾶσιν ἥν ἀνέπτυξε διά τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος». Ἡ ἐφημερίδα «Ἔρευνα» στίς 8.03.1959: «… ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νέου Ἱεράρχου διαλάμπει μία ὄντως πατερική μορφή συγκεντροῦσα πλεονεκτήματα, σπανίως ἀπαντώμενα εἰς ἕν καί τό αὐτό πρόσωπον. … ἄνθρωπος μορφωμένος καί μάλιστα συγγραφεύς πολυγραφώτατος. Εἶναι ὁ ταπεινός λευΐτης, ὁ γνωρίζων νά ὑπηρετῇ τούς πάντας ἀόκνως καί ἀνιδιοτελῶς. Ἡ ταπείνωσίς του ὅμως συνδυάζεται μέ ἀκαταπόνητον δραστηριότητα, ὅπως ὁ μειλίχιος χαρακτήρ του μέ νευρώδη ἀγωνιστικότητα. Ἡ ἀφιλοκέρδειά του εἰς τήν Λῆμνον εἶχε καταστῆ παροιμιώδης..» Ἡ ἐφημερίδα «Δημοκρατική ἐλπίς» στίς 8.02.1959, ἄρθρο Αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαί μεταξύ κ. Βαμβέτσου καί Ἀρχιεπισκόπου: «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εὐθύς ἅμα τῆ τοποθετήσει τοῦ Μητροπολίτου Λήμνου κ.κ. Διονυσίου εἰς Τρίκκαλα δι᾿ ἰδιοχείρου ἐπιστολῆς του πρός τόν κ. Βαμβέτσον ἀνήγγειλεν τήν ἐκλογήν του, χαρακτηρίσας αὐτόν ὡς "ἄνδρα ὑπηρετήσαντα τήν ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος διελθόντα τήν Κατοχήν ἐν φυλακαῖς καί ἐξορίᾳ". Ἐκφράζει δέ τήν πεποίθησιν ὅτι "συγκεντροῖ πάντα τά προσόντα τοῦ καλοῦ ποιμένος τοῦ θύοντος τήν ψυχήν αὐτοῦ ὑπέρ τῶν προβάτων, ὡς ἔκαμνε καί διά τούς συναιχμαλώτους Του καί θά ἀνταποκριθῆ εἰς τάς προσδοκίας τῶν χριστιανῶν καί Ὑμῶν″».
64. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, σελ. 383.
65. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 111: «Τό κῦρος του ἦταν μεγάλο. Ἡ προσωπικότης του δεσπόζουσα».
66.. Ὅ.π., σελ. 104-105.
67. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 132.
68. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 105: «Ἐκλογή ὑμῶν ὡς Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος προεκάλεσε τρομερόν σάλον καί ἔρριψεν ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν ἡμῶν εἰς μίαν ἄνευ προηγουμένου περιπέτειαν. Θέατρον κατέστημεν καί ἀνθρώποις καί ἀγγέλοις. Καταχλευαζόμεθα, προπηλακιζόμεθα, περιφρονούμεθα. Εὐσεβής Ἑλληνικός κλῆρος καί Λαός θρηνεῖ καί ὀδυνᾶται. Ἐχθροί μόνον Πατρίδος καί Ἐκκλησίας χαίρουν καί πανηγυρίζουν. Ἱκετεύομεν καί παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως βοηθήσητε, διά τῆς παραιτήσεως ὑμῶν, Ἐκκλησίαν ἐξέλθῃ
«ἄριστο πατριώτη»64 καί ἄξιο Ἱεράρχη65. Στίς 8 Ἰανουαρίου 1962 πεθαίνει ὁ Θεόκλητος καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐκλέγεται ὁ Ἀττικῆς Ἰάκωβος, ἡ ἐκλογή τοῦ ὁποίου γίνεται αἰτία νά ξεσπάσει «μεγάλη κρίσι στήν ζωή τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»66. Ἡ περιπέτεια αὐτή ἀφορᾶ στίς κατηγορίες πού διακινήθηκαν ἀπό παρεκκλησιαστικά περιβάλλοντα σχετικά μέ τήν ἠθική ὑπόσταση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰακώβου. Οἱ Μητροπολίτες ἐνῶ φανερά κρατοῦσαν ἀπόσταση ἀπό τόν νεοεκλεγέντα, κρυφά τοῦ ἔστελναν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα67. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ πρωτοπρεσβύτερου Πολυκάρπου Τύμπα ὁ Διονύσιος ἀπέστειλε τηλεγράφημα68 στόν Ἰάκωβο μέ τήν παράκληση νά παραιτηθεῖ. Τό τηλεγράφημα δημοσιεύθηκε στόν «Ἐθνικό Κήρυκα»
28
πρωτοφανοῦς κρίσεως. Παραίτησις ὑμῶν, χάριν εἰρηνεύσεως Ἐκκλησίας συγκινήσῃ κλῆρον καί λαόν καί περισώσῃ κῦρος ὑμῶν. Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος».
69. Βλ. Παράρτημα, σελ. 301-303, Εἰσήγησις Πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (4.10.63).
70. Στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου ὑπάρχει ἕνα γράμμα πρός τόν πατέρα Σταῦρο, πού ἀποκαλύπτει τήν ἀγωνία του γιά τήν κατάσταση μέσα στήν Ἐκκλησία ἐκείνης τῆς περιόδου: «6 Ὀκτωβρίου 1964. Ἀγαπητέ μοι π. Σταῦρο, … Τά Ἐκκλησιαστικά μας πράγματα δέν εἶναι καλά καί ὁλοέν καί περισσότερον γίνονται χειρότερα. Δέν ἠδυνήθημεν δυστυχῶς ὡς Ἱεραρχία νά ξεπεράσωμεν τάς μικρότητας καί τάς ἀδυναμίας μας διά νά ἀναδείξωμεν Προκαθήμενον μέ ἀρχάς καί γραμμήν καί δύναμιν θελήσεως. Ἔτσι, ἔχουν ἀποτελματωθῆ τά πάντα καί μία σύγχυσις ἄνευ προηγουμένου ἐπικρατεῖ καί ἀπειθαρχίαι καί ἀταξίαι σημειοῦνται καθ᾽ ἑκάστην. Διά νά καταβιβάζεται, ὅμως, ὁλοέν καί περισσότερον τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας καί νά τραυματίζεται ἀνεπανορθώτως τό γόητρον τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Κλαίω, ἀγαπητέ, καί θρηνῶ, βλέπων τήν θλιβεράν αὐτήν κατάστασιν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων. Ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ ὁποία μέ καταλαμβάνει, μέ ὠθεῖ νά ἐγκαταλείψω τόν Μητροπολιτικόν θρόνον καί νά ἀποσυρθῶ εἰς μίαν γωνίαν ἤρεμον, θρηνῶν τό κατάντημά μας καί προσευχόμενος ὑπέρ τῆς ἀναγεννήσεως καί ἀνορθώσεως τῆς Ἐκκλησίας μας».
(φ. 17 Ἰανουαρίου 1962) ὡς κύριο ἄρθρο. Τελικά ὁ Ἰάκωβος ἀναγκάζεται νά παραιτηθεῖ καί στή θέση του ἐκλέγεται ὁ Χρυσόστομος Β΄, ὁ ἀπό Φιλίππων (Καβάλας), ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τό πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας σέ μία ἐποχή γενικῆς ἀστάθειας, κληρονομῶντας δύο βασικές ἐκκρεμότητες: τή σύνταξη τοῦ νέου Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας ἀντί τοῦ κατοχικοῦ νόμου τοῦ 1943 καί τό ζήτημα τοῦ «μεταθετοῦ». Στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου διασώθηκε ἡ εἰσήγησή του στήν Ἱερά Σύνοδο στίς 4.10.1963, μέ τήν ὁποία συνιστᾶ στήν Ἱεραρχία νά μελετηθεῖ ἐμπεριστατωμένα τό ζήτημα τοῦ μεταθετοῦ, ὥστε νά ὠφεληθεῖ τό πλήρωμα τοῦ λαοῦ μέ ὁτιδήποτε ἀποφασίσει νά πράττει69. Ἀπό τόν Φεβρουάριο τοῦ 1964 ἀναλαμβάνει ἡ κυβέρνηση τοῦ Γεωργίου Παπανδρέου, ἡ ὁποία προσπαθεῖ καί πάλι νά ἐπιβάλει τό «μεταθετόν»70. Τό 1965 μετά τά «Ἰουλιανά» γεγονότα ἀντί τοῦ Γ. Παπανδρέου θά βρεθεῖ ἐπικεφαλῆς τῆς κυβέρνησης ὁ Γεώργιος Ἀθανασιάδης – Νόβας, ἡ κυβέρνηση τοῦ ὁποίου θά βάλει τή χώρα σέ περίοδο κρίσης, πού θά καταλήξει στή δικτατορία τῆς 21ης Ἀπριλίου τοῦ 1967. Ὡς κρίσιμη θεωρήθηκε ἡ περίοδος τοῦ 1965 καί γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Μέ τήν ἐπιβολή τῆς δικτατορίας τῶν Συνταγματαρχῶν, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1967, συγκροτήθηκε Ἀριστίνδην Σύνοδος, ἡ ὁποία ἐξέλεξε ὡς Ἀρχιεπίσκοπο τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἱερώνυμο Κοτσώνη. Ὁ Τρίκκης Διονύσιος ἦταν ἕνας ἀπό τούς ὀκτώ Μητροπολίτες, πού δέχθηκαν νά μετάσχουν ὡς μέλη αὐτῆς τῆς Συνόδου καί ἕνας ἀπό τούς δύο πού συμπλήρωσαν τό τριπρόσωπο γιά τήν ἐκλογή Ἀρχιεπισκόπου.
29
71. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 111: «Ἀναμφιβόλως ἀνεδείχθη ὁ ἀείμνηστος καί "ἐν ὁσιότητι καί δικαιοσύνῃ διαβιῶν" Διονύσιος, ἡ ψυχή τῆς ἀριστίνδην Συνόδου. Θά ἠδύνατο, ἐφ᾿ ὅσον τό ἐπεθύμει, νά ἐκλεγῇ ὁ ἴδιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, πράγματι "ψήφῳ κλήρου καί λαοῦ". Ἀλλ᾿ ἦταν βαθύτατα μετριόφρων καί εἰλικρινά ταπεινός ἄνθρωπος. Ὅλων τότε τά βλέμματα ἐστράφησαν πρός αὐτόν …».
72. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Κων. Κούρκουλα, Γεν. Δ/ντοῦ Θρησκευμάτων, σελ. 33: «Ὅταν δέ μετ᾿ ὀλίγον, ἀσθενήσαντος τοῦ γηραιοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, εἰς τήν συζήτησιν περί τῆς διαδοχῆς αὐτοῦ ἀνεφέρθη ὑπό ἰσχυρῶν παραγόντων τό ὄνομά του, ὁ Τρίκκης Διονύσιος ἀπήντησεν ἐπί λέξει: "Ζῶντος καί ὑγιαίνοντος τοῦ Ἱερωνύμου, θεωρῶ ὡς ἁμαρτίαν ἀκόμη καί τήν σκέψιν περί ἰδικῆς μου προβολῆς"».
73. Μανιτάκη Ἀ., Οἱ σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος–Ἔθνος, σελ. 25.
74. Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τοῦ 1934, σελ. 224.
75. Χριστοφορίδη Θ., Ρωσσίου Αἰκ., Ἀναδίφηση ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης, σελ. 23.
Διασώθηκαν μαρτυρίες ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος προοριζόταν γιά τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο Ἀθηνῶν71, ὅμως τό ἀρνήθηκε72.
Ὁ κλῆρος. Μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὁ κλῆρος ἦταν ἐξουθενωμένος ψυχικά καί οἰκονομικά73. Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδας, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, συμβάλλει ἐνεργά στήν ἵδρυση τό 1830 στόν Πόρο τοῦ πρώτου Ἐκκλησιαστικοῦ Σχολείου, τό ὁποῖο ὅμως διαλύθηκε μέ τή δολοφονία τοῦ ἱδρυτῆ. Ὅσον ἀφορᾶ στή μόρφωση τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου ἐπί τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνα, ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος γράφει χαρακτηριστικά: «… ὁ πρῶτος διοργανωτής τῆς διοικήσεώς της [τῆς Ἐκκλησίας] Γεώργιος Μάουρερ σημείωσε ὅτι ἐπί χιλίων ἱερέων τῆς Ἑλλάδος μόλις οἱ δέκα ἦσαν σέ θέση νά γράψουν τό ὄνομά τους, προσέδωσε ὅμως τέτοια κατεύθυνση στά ἐκκλησιαστικά πράγματα τῆς χώρας, ὥστε ἐπί μία ἑκατονταετία σχεδόν δέν κατέστη δυνατό νά βελτιωθεῖ ἡ κατάσταση τοῦ ἐνοριακοῦ κλήρου, ἀπό τήν ἄποψη τῆς μορφώσεως καί τῆς ἀξιοπρεποῦς οἰκονομικῆς συντηρήσεως»74. Ὅμως τό 1833 κάνει ἀρχή στήν Ἑλλάδα ἡ τυπική Ἐκπαίδευση καί στή διάρκεια 180 ἐτῶν «ἱδρύθηκαν πάνω ἀπό 65 Σχολεῖα καί Σχολές, «μέ προεξάρχουσα τήν πρώτη ἐπίσημη Ἱερατική Σχολή τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους»75, τήν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή. Τό 1837 ἱδρύθηκε ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τό 1856 θεσπίστηκε ὁ πρῶτος θεμελιώδης νόμος (ΤΞΖ΄ «Περί ἱερατικῶν σχολείων») σύστασης τῶν Σχολείων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαίδευσης. Ἡ α΄ παράγραφος τοῦ νόμου προέβλεπε τήν ἐτήσια εἰσφορά τῶν Ἱερῶν Μονῶν στή συντήρηση τῶν Ἱερατικῶν Σχολείων. Ἡ συντήρηση αὐτή ἀπό τίς ἐτήσιες εἰσφορές τῶν Μονῶν θά συνεχιστεῖ ἕως τό 1909, πού μέ τό Ν. ΓΥΙΔ΄
30
76. Χριστοφορίδη Θ., Ρωσσίου Αἰκ., ὅ.π., σελ. 35.
77. Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, ὅ.π., σελ. 227.
78.. Ὅ.π., σελ. 229.
79. Χριστοφορίδη Θ., Ρωσσίου Αἰκ., ὅ.π., σελ. 120.
80.. Ὅ.π., σελ. 121.
81.. Ὅ.π., σελ. 170.
(«Περί Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί Διοικήσεως Μοναστηρίων») θά ἱδρυθεῖ τό Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταμείο, πού ἕνας ἀπό τούς σκοπούς του θά εἶναι «ἡ μισθοδοσία τῶν ἱεροκηρύκων, διδασκάλων καί καθηγητῶν τῶν ἱερῶν μαθημάτων»76. Ἡ πρώτη ὀργάνωση τῆς διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας, πού καθόρισε τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας στό κράτος, μετέφερε τή διοίκηση τῶν ἐνοριακῶν ναῶν στούς δήμους καί τίς κοινότητες. Ὁ δήμαρχος ἦταν πλέον ὁ ἀπόλυτος ἄρχοντας τοῦ ναοῦ77. Κάποιες ἀλλαγές στόν τομέα αὐτόν ἄρχισαν νά παρουσιάζονται μέ τήν ἐπανάσταση τοῦ 1909, ἀλλά ἡ ριζική ἀλλαγή γίνεται τό 1932, ὅλη ἡ οὐσία τῆς ὁποίας ἀναφαίνεται στή διατύπωση τοῦ νόμου «Περί ἐνοριακῶν ναῶν καί ἐφημερίων καί ταμείου ἀποδοχῶν καί ἀσφαλίσεως τοῦ κλήρου τῆς Ἑλλάδος»78. Μέ τόν νόμο αὐτό ὁρίστηκε ὁ βασικός μισθός τῶν ἱερέων καί ἡ σύνταξή τους. Οἱ Ἱερατικές Σχολές παράλληλα μέ τήν ἑτοιμασία τῶν ἱερέων σπουδαστῶν ὡς διδακτικοῦ προσωπικοῦ εἶχαν καί γεωργικό προσανατολισμό «ὡς ἀδήριτη ἀνάγκη τῆς κοινωνίας»79, μέχρι καί τή μεταπολεμική περίοδο. Ὄντως τήν περίοδο αὐτή, 1910-1920, πού χαρακτηρίζεται ἀπό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τή γεωργία, δημιουργοῦνται πολλά σχολεῖα, ὅπως καί τά ἐκκλησιαστικά, προσανατολισμένα στή γεωργική ἐκπαίδευση. Τό σύστημα ὅμως αὐτό τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ κλήρου εἶχε προβληματίσει σοβαρά τίς κρατικές ἀρχές, μέχρι πού τό 1926 ἐπιχειρεῖται ἡ κατάργηση τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν καί ὁ περιορισμός τους σέ 6, καθώς τό μέτρο τῶν Ἱεροδιδασκαλείων εἶναι τελείως ἄστοχο «καί τήν Ἐκκλησία δέν ὠφελεῖ, ἀφοῦ οἱ ἀπόφοιτοί τους θά παρέμειναν σίγουρα δάσκαλοι, καί τήν ἐκπαίδευση ζημιώνει, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἡμιμαθεῖς δασκάλους»80. Τό 1943 ἱδρύθηκε ἡ Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τό 1945–1950 γίνεται ἡ ἀναδιοργάνωση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαίδευσης χάρη στον Ἰωάννη Καρμίρη στή θέση τοῦ Γενικοῦ Διευθυντῆ Θρησκευμάτων τοῦ ΥΠΕΠΘ, μέ τίς ἐνέργειες τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται «ἡ χειροτονία μή προσοντούχων Ἱερέων, καί ρυθμίζονται θέματα διαβάθμισης, συνταξιοδότησης, νοσοκομειακῆς περίθαλψης καί μισθοδοσίας τῶν Ἱερέων»81.
31
82. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., σελ. 625.
83. Ἀρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, ὅ.π., σελ. 759: «Ἑκάστη ἀποτελεῖται ἐξ ἑνιαίου οἰκοδομήματος (ἐπάνοδος εἰς τό κοινοβιακόν σύστημα) ἤ πολλῶν καλυβῶν περί ἕνα ναόν (ἐπάνοδος εἰς τάς ἀρχαίας λαύρας)».
84. Frazee Charles, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Ἑλληνική Ἀνεξαρτησία (1821-1852), σελ. 67.
85. Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, ὅ.π., σελ. 196.
86. Ἀρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, ὅ.π., σελ. 763.
87. Frazee Charles, ὅ.π., σελ. 134.
88. Κρικώνη Χ., ὅ.π., τόμος Β᾿, σελ. 180-181.
μοναχισμός. Μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τά μοναστήρια «ἦταν τά ταμεῖα τῶν προγονικῶν θησαυρῶν καί τά σχολεῖα τοῦ λαοῦ»82, ὅμως παράλληλα πλήθαιναν τά ἰδιόρρυθμα μοναστήρια πού συνετέλεσαν στήν κατάπτωση τοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ ἄνθηση τοῦ ἰδιόρρυθμου συστήματος, ἄρα καί ἡ μεγαλύτερη παρακμή τοῦ μοναχικοῦ βίου, ἐπικράτησε τόν 16ο αἰώνα. Ὅμως ἡ κρίσιμη αὐτή περίοδος παρουσίασε καί τίς ἔντονες ἀντιδράσεις γιά τήν ἐπικρατούσα κατάσταση. Πρῶτον, πολλοί μοναχοί ἐγκατέλειψαν τά ἰδιόρρυθμα μοναστήρια καί ἵδρυσαν νέες σκῆτες, στίς ὁποίες ἐπιδόθηκαν σέ αὐστηρότερο μοναχικό βίο83. Δεύτερον, πολέμησαν τό ἰδιόρρυθμο σύστημα καί οἱ πατριάρχες, ὅπως ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας ὁ Β΄, ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος. Οἱ ἀντιδράσεις αὐτές εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἐπαναφορά καί πάλι τοῦ κοινοβιακοῦ συστήματος, ἀλλά ἡ καλυτέρευση αὐτή δέν κράτησε γιά πολύ. Τό 1821 τά μοναστήρια εἶχαν ὑποστηρίξει ἐνεργά τήν Ἐπανάσταση: οἱ μοναχοί λάμβαναν μέρος στίς μάχες, ὁ χαλκός τῶν μοναστηριῶν, μέχρι καί τά πόμολα τῶν θυρῶν, ἔλιωσαν γιά νά γίνουν πυρομαχικά καί τά ἴδια τά μοναστήρια χρησίμευαν ὡς καταφύγια προσφύγων84. Ἐξάλλου καί ἡ σημαία τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα ὑψώθηκε ἀπό τόν Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανό στήν ἱστορική μονή τῆς Ἁγίας Λαύρας85. Ἀλλά ἀμέσως μετά ἀπό τούς ἀπελευθερωτικούς ἀγῶνες τοῦ 1821 ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής, ο ὁποῖος ἔγραφε γιά τήν αὐτονομία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας ἀπό τό Πατριαρχεῖο καί γιά τή μεταρρύθμιση μέσα στήν Ἐκκλησία86, θά ἀσκήσει τή μεγαλύτερη κριτική στό μοναχισμό: «Κατά τόν Κοραή, τό μεγαλύτερο κακό πού βασάνιζε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν τό γεγονός ὅτι "ζοῦσε ὑπό τόν ζυγό τιτλοφόρων μοναχῶν"»87. Ὁ Κοραής θεωροῦσε τούς μοναχούς ὡς αἱρετικούς, προερχόμενους ἀπό τούς ἐγκρατητικούς, τούς θεωροῦσε ἐκμεταλλευτές τοῦ Γένους, θορυβοποιούς τῆς κοινωνίας, ὅτι ἐπέφεραν τήν ἀλλοτρίωση τῆς θρησκείας, κάνοντάς την μακρά καί κουραστική καί κατάντησαν νά τήν κάνουν «καλογηροθρησκείαν»88. Ἡ ἀρχή τῆς καταστροφῆς τοῦ ἑλληνικοῦ μοναχισμοῦ ξεκινάει τό 1833, ὅταν ἡ Ἀντιβασιλεία (ἕνα μέλος τῆς ὁποίας,
32
89. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 15.
90. Frazee Charles, ὅ.π., σελ. 156.
91. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 17.
92.. Ὅ.π., σελ. 23.
93. Ἀναστασίου Ἰ., ὅ.π., σελ. 632.
ὁ Θεόκλητος Φαρμακίδης, ἦταν βαθιά ἐπηρεασμένος ἀπό τίς ἰδέες τοῦ Κοραῆ), ἀφαίρεσε τά μοναστήρια ἀπό τή δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας, ὑποτάσσοντάς τα στό κράτος, ὅριζε νά κλείσουν ὅλα τά μοναστήρια τῆς χώρας πού εἶχαν λιγότερους ἀπό τρεῖς μοναχούς, ἀλλά καί τά κατεστραμμένα μοναστήρια, χωρίς νά ὑπολογιστεῖ ὁ ἀριθμός τῶν μοναχῶν σ᾿ αὐτά, καί ἀπό τήν δήμευση τῆς περιουσίας αὐτῶν τῶν μοναστηριῶν νά δημιουργηθεῖ Ἐκκλησιαστικό Ταμεῖο, πού θά φρόντιζε γιά τή μισθοδοσία τοῦ κλήρου89. Μετά ἀπό ἕνα μήνα μέ βασιλικό διάταγμα διαλύονται 412 ἀπό τά 545 ἀνδρικά μοναστήρια καί 15 ἀπό τά 18 γυναικεῖα, ἡ μοναστηριακή περιουσία δημεύεται, ληστεύεται, καταστρέφεται και οἱ μοναχοί μέ βίαιο τρόπο ἐκδιώκονται ἀπό τά μοναστήρια τους. Ἔπρεπε 2000 μοναχοί ἀπό τά μοναστήρια πού κατάργησε ἡ Ἀντιβασιλεία νά ἐγκατασταθοῦν στά διασωθέντα 148, τά ὁποῖα φορολογοῦνταν καί ἀπό τήν τοπική αὐτοδιοίκηση καί ἀπό τήν κεντρική κυβέρνηση90. Στά «Ἀπομνημονεύματά» του ὁ Μακρυγιάννης ἀναφέρει ὅτι οἱ διωγμένοι ἀπό τά μοναστήρια τους καλόγεροι πέθαιναν στούς δρόμους ἀπό τήν πείνα καί ὀνομάζει ξεκάθαρα τούς ἐνόχους: «ἀναθεματισμένοι τῆς πατρίδας πολιτικοί μας καί οἱ διαφταρμένοι ἀρχιερεῖς»91. Οἱ μοναχοί παίρνουν μέρος στίς ἐξεγέρσεις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δυσανασχετεῖ μέ τό βαυαρικό καθεστώς. Ἤ οἱ ἴδιοι ξεσηκώνουν τόν λαό, ὄπως στήν περίπτωση τοῦ Παπουλάκου (μοναχοῦ Χριστοφόρου Παναγιωτόπουλου), ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ συνελήφθη βρέθηκε στίς φυλακές, ὅπου κρατοῦσαν δέσμιους ἄλλους 150 μοναχούς92. Ἡ μεγάλη αὐτή καταστροφή τοῦ ἑλληνικοῦ μοναχισμοῦ θά τόν ἀφήσει στή βαθιά κρίση καί ἡ προσπάθεια τῆς ἀνόρθωσής του θά γίνει μόνο μετά ἀπό τό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θεολογική καί πνευματική κίνηση. Τόν 18ο αἰώνα ἄρχισε ἡ ἐπίδραση τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας καί τῆς νεότερης ἐπιστήμης στούς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι τόν 19ο αἰώνα ἔγιναν πιό συστηματικοί καί χρησιμοποίησαν ἐπιστημονικές μεθόδους, ἀκολουθῶντας τά πρότυπα τῆς γερμανικῆς θεολογίας93. Σύμφωνα μέ τόν καθηγητή Ἀ. Ἀγγελόπουλο ἡ θεολογική κίνηση στήν Ἑλλάδα ἀπό τήν ἑλληνική ἐπανάσταση μέχρι τίς πρῶτες τρεῖς δεκαετίες τοῦ 20οῦ αἰώνα συστηματικά, καί ὕστερα περιπτωσιακά, παρουσιάζει δύο βασικότερα χαρακτηριστικά: «Πρῶτον εἶναι ἡ στροφή πρός τήν βαθύτερη μελέτη τῶν συγγραμμάτων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πατέρων. … Τό ἄλλο χαρακτηριστικό εἶναι
33
94. Ἀγγελοπούλου Ἀ., Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἱστορία τῶν δομῶν διοικήσεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (εἰκοστός αἰώνας), σελ. 134.
95. Φιλόπτωχος Ἀδελφότης Ἀνδρῶν Θεσσαλονίκης, Νικόλαος Λούβαρης: ὁ φιλόσοφος, παιδαγωγός καί θεολόγος, ἀπό τό ἄρθρο Χ. Ἀραμπατζῆ, Ἡ παράδοση τῆς ἐκκλησίας στό ἔργο τοῦ Νικολάου Λούβαρη, σελ. 91.
ὅτι μερικοί διακεκριμένοι θεολόγοι, παρ᾿ ὅλη τή συντηρητικότητά των, δέν ἀπέρριπταν τό εὐρωπαϊκό πνεῦμα καί γι᾿ αὐτό μετέφεραν στήν Ἑλλάδα ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ διαφωτισμοῦ τίς βασικές ἰδέες τοῦ δυτικοῦ θρησκευτικοῦ προβληματισμοῦ καί κυρίως τήν ἀρχή περί τῆς προτεραιότητας τῆς ἠθικῆς ἀπέναντι στό δόγμα (pietismus). Αὐτή ἡ ἰδέα εἶναι ξένη πρός τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν ὁποία ἡ βίωση τῆς σωτηρίας ἐπιδιώκεται ἀποκλειστικά μέσα στήν ἐμπειρία καί στήν εὐσέβεια τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι μέσα ἀπό τήν ἀτομική πίστη, τήν ἀτομική ἀρετή καί τήν ἀτομική εὐσέβεια»94. Ἡ μεταπολεμική θεολογία πορευόταν μέσα στά πλαίσια τῆς «αντιματεριαλιστικής και αντικομμουνιστικής ρητορικής»95, ἀφοῦ εἶχε πάρει καί τήν κατεύθυνση τῆς ἐπιστροφῆς στούς Πατέρες
34
35
96. Μοναχισμός καί σύγχρονος κόσμος, ὅ.π., σελ. 11.
97.. Ἡ Λέσβος στόν Α΄ Βαλκανικό πόλεμο ἦρθε καί πάλι στά χέρια τῶν.. Ἑλλήνων.
98. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 13.
99. Μοναχισμός καί σύγχρονος κόσμος, ὅ.π., σελ. 11.
Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Γιαβαστσάς) γεννήθηκε τό 1907 στό Ἀβτζιλάρ Ἀδραμυττίου τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Οἱ εὐσεβεῖς καί στοργικοί του γονεῖς96, Χαράλαμπος καί Κλεοπάτρα Γιαβαστσᾶ, εἶχαν ἀποκτήσει ἑπτά παιδιά: τόν Εὐστράτιο, τή Χρυσάνθη, τήν Αἰκατερίνη, τή Μαριάνθη, τήν Ἀριάδνη, τόν Κωνσταντίνο καί τήν Ἀνδρονίκη. Ὁ πατέρας του ἦταν ἔμπορος ἐλαιολάδου. Ἡ μητέρα του Κλεοπάτρα φρόντιζε γιά τή χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Ἐκείνη ἔμαθε στό μικρό Κωνσταντίνο νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή καί νά προσεύχεται. Στά τέλη τοῦ 1913 εἶχαν ἀρχίσει οἱ διωγμοί τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τόν Μάιο τοῦ 1914 ἐπεκτάθηκαν στή δυτική Μικρά Ἀσία. Ἡ οἰκογένεια τοῦ Διονυσίου ἀναγκάστηκε νά ἐγκατασταθεῖ στή Στύψη Λέσβου97, ἀπ᾿ ὅπου κατάγονταν οἱ γονεῖς τοῦ. Ἐκεῖ ὁ μικρός Κωνσταντίνος θά διδαχθεῖ τά πρῶτα του γράμματα στό Δημοτικό Σχολεῖο98. Τό 1919, μετά τήν ὀθωμανική ἧττα, χιλιάδες Ἑλλήνων προσφύγων ἐπέστρεψαν ἀπό τό ἐσωτερικό τῆς Ἀνατολίας, ἀπό τή Μακεδονία καί τή Θράκη, γιά νά ἐπανεγκατασταθοῦν κατά μῆκος τῶν ἀκτῶν καί εἰδικά στά παράλια τοῦ Αἰγαίου πού βρίσκονταν ὑπό ἑλληνική στρατιωτική κατοχή. Μεταξύ αὐτῶν πού ἐπέστρεψαν ἐνδεχομένως θά ἦταν καί ἡ οἰκογένεια τοῦ Διονυσίου, ἤ ἕνα μέρος της, διότι ἀλλιῶς δέν ἐξηγεῖται ἡ σφαγή ἀπό τούς Τούρκους τῶν γονέων του καί τῶν δύο ἀδελφῶν99, πού δέν θά γινόταν ἄν εἶχαν παραμείνει στή Λέσβο. Ἀπ᾿ τήν ἐννεαμελή οἰκογένεια, μετά ἀπό τά τραγικά γεγονότα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, διασώθηκαν μόνον τρία ἀδέλφια: ἡ Μαριάνθη, ἡ Ἀριάδνη καί ὁ Κωνσταντίνος, ὁ ὁποῖος ὡς Μικρασιάτης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Βίος καί δράση τοῦ Μητροπολίτου Διονυσίου
1. Ὁ ξεριζωμός ἀπό τή Μικρά Ἀσία
36
100 Ὅ.π.
101. Βλ. Παράρτημα σελ. 303-305, Προσευχή: «Δέν βαστοῦσαν τά πατρικά σπλάγχνα Σου νά μέ βλέπουν νά πλανιέμαι πάντα αὐτοῦ˙ νά πέφτω˙ νά χτυπῶ˙ νά ματώνωμαι˙ νά πληγώνωμαι˙ νά διατρέχω τέλος τόν κίνδυνο νά κατασπαραχθῶ ἀπ᾽ τόν σατανᾶ, ὅπως κατασπαράσσεται ἀπ᾽ τόν λύκο τό πρόβατο, πού ἀποκοπεῖ ἀπ᾽ τό κοπάδι καί γυρίζει μονάχο του στό βουνό. Καί καλός Ποιμένας πού εἶσαι βγῆκες σ᾽ ἀναζήτησί μου. Μέ βρῆκες ὅπου καί ὅπως δέν ἔπρεπε. Καί μέ ἐπιδεξιότητα, πού μονάχα τό θεῖο Σου χέρι ἔχει μέ ᾽συρες κοντά Σου. Μέ ὁδήγησες στό περιβόλι τῆς Πάναγνής Σου Μητέρας».
102. Μιχαηλίδη Κ.Μ., Ὁ Μητροπολίτης Μηθύμνης Διονύσιος (1879-1951), σελ. 17: «Μεσολαβεῖ τότες ἡ διάλυση τοῦ μετώπου καί ὁ διωγμός καί τό ξερίζωμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ ἐκπατρισμένοι φεύγουν, οἱ περισσότεροι στά νησιά, κι ἀποφασίστηκε ἀπό τά Δύο Σώματα τῶν Πατριαρχείων νά σταλθεῖ ἐκεῖ πατριαρχικός ἔξαρχος γιά παρηγοριά καί φροντίδα, γιά στέγαση καί συντήρηση. Κατάλληλος θεωρήθηκε ὁ Διονύσιος. Φεύγει στό τέλος Αὐγούστου τοῦ 1922 γιά τή Λέσβο».
πρόσφυγας στήν Ἑλλάδα, ἀλλάζει τό ἐπώνυμό του ἀπό Γιαβαστσάς σέ Χαραλάμπους, υἱοθετώντας γιά ἐπώνυμο τό μικρό ὄνομα τοῦ πατέρα του. Ἀγνοοῦμε τά γεγονότα τῆς ζωῆς του μεταξύ 1922-1924. Ὁ ἴδιος χαρακτήρισε ἐκεῖνο τό διάστημα ὡς "κρίσιμη στιγμή"100. Κάποιοι ἀπό τούς κοντινούς συνεργάτες τοῦ Διονυσίου διηγήθηκαν ὅτι περιπλανώμενος τότε ὁ ὀρφανός Κωνσταντίνος ἀναζήτησε μία θεία του, ἡ ὁποία ὅμως τοῦ φέρθηκε τόσο ἄσπλαγχνα, πού ἐκεῖνος ἔχασε τίς ἐλπίδες στήν ἀνθρώπινη προστασία καί στό ἑξῆς στράφηκε ἀποκλειστικά στόν Θεό γιά κάθε βοήθεια, στήριγμα καί παρηγοριά101. Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη ἐκδοχή: ὁ μελλοντικός Γέροντας τοῦ Διονυσίου καί ἐγγυητής του στή Σχολή τῆς Χάλκης, ὁ Μητροπολίτης (τότε Βρυούλων) Διονύσιος Μηνάς (1879-1951), τήν ἴδια περίοδο φτάνει στή Λέσβο, ἀπεσταλμένος ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γιά νά συμπαρασταθεῖ στόν πάσχοντα λαό τῆς Μικρᾶς Ἀσίας102. Σύντομα τοῦ γνωστοποιεῖται μέ τηλεγράφημα ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἡ ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτη Μηθύμνης καί στίς 17 Νοεμβρίου τοῦ 1922 ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του. Ἐνδέχεται, ἑπομένως, νά τόν γνώρισε ὁ Διονύσιος τότε, νά ἔμεινε κοντά του μέχρι τό 1924 καί μέ τή βοήθειά του νά εἶχε καθοριστεῖ ἡ ἀπόφασή του νά γίνει μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος. Δέν ἀποκλείουμε αὐτήν τήν πιθανότητα, ὅμως ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι καί οἱ δύο βρίσκονταν τό 1922 στή Λέσβο, δέν ἔχουμε καμία ἄλλη σχετική πληροφορία.
37
103. Μπαλατσούκα Σ., Διονύσιος Μητρ. Τρίκκης καί Σταγῶν, Βίος καί πνευματικές παρακαταθῆκες, σελ. 23-24.
104. Μοναχισμός καί σύγχρονος κόσμος, ὅ.π., σελ. 22.
105.. Ὅ.π., σελ. 20: «Πολλάκις, ἐντρυφῶν εἰς τά θεόπνευστα τοῦ μεγάλου Πατριάρχου Χρυσοστόμου ἔργα, ὑπό τοιούτου ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καί συγκινήσεως κατελαμβανόμην, ὥστε ἐνηγκαλιζόμην τόν τόμον καί τόν κατεφίλουν εὐλαβῶς».
106.. Ὅ.π., σελ. 19-20: «Ὁ ἀείμνηστος Γέροντάς μου εἰς οὐδεμίαν ποτέ Ἀνωτέραν Σχολήν ἐφοίτησεν. Ὅμως, τόσον πολλά κατεῖχε! Πολλοί κατά κόσμον μορφωμένοι θά τόν ἐζήλευον ἀσφαλῶς. Δέν ἐμελέτα δέ ἐκεῖνος μόνον διαρκῶς, ἀλλά προέτρεπε θερμῶς καί ἐμέ νά μελετῶ».
107.. Ὅ.π., σελ. 20: «Πόσην ἐπιμονήν ἐπεδείκνυεν εἰς τό νά μέ φέρῃ εἰς ἐπαφήν μέ τό βιβλίον, νά μέ κάμῃ νά τό ἀγαπήσω, ὥστε "νά μή πέφτῃ ποτέ ἀπό τά χέρια μου", ὡς ὁ ἴδιος ἔλεγεν! Καί ἦτο ἀπό τάς βαθυτέρας χαράς καί ἱκανοποιήσεις μου ἡ μελέτη. Ἐδιδασκόμην. Ὠφελούμην. Ὠκοδομούμην. Ἔχαιρον χαράν ἀνεκλάλητον».
108.. Ὅ.π., σελ. 20: «Καί δέν ἐπέμενεν ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει σεβάσμιος Γέρων Ζωσιμᾶς μόνον εἰς τό νά μέ συνδέσῃ ἀρρήκτως μέ τό βιβλίον, ἀλλά καί εἰς τήν αὐτοσυγκέντρωσιν καί περισυλλογήν μέ ἤσκει».
109. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτου Χίου Χρυσοστόμου, σελ. 19: «Ἦτο, πρό παντός, μέγας προσευχητής, ἄνθρωπος περισυλλογῆς καί αὐτοσυγκεντρώσεως».
110.. Ὅ.π., ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Δ/ντοῦ Ἱερατικοῦ Φροντιστηρίου Τήνου, σελ. 37-38: «Ἄν ὅμως τόν πλησίαζες αὐτόν τόν μεσόκοπο κοντό καλόγερο, ἔβλεπες τότε ὅτι ἔφερνε πάντα μαζί του ἕνα τετραπλό πόνο: Τόν ξεριζωμό ἀπό τή Μικρά Ἀσία, τήν ἄσκησι ἀπ᾿ τό Ἅγιον Ὄρος, τά μαρτύρια ἀπό τά στρατόπεδα τῆς Γερμανίας καί τήν ἀγωνία τῆς Κύπρου».
Ἀπό τό 1924 ὁ Διονύσιος ἦταν δόκιμος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους103, ὑπακούοντας στόν Γέροντα Ζωσιμᾶ, κοντά στόν ὁποῖο μαθήτευε, καί γιά πνευματικό καί ἐξομολόγο του ἔχοντας τόν Γέροντα Κοδράτο104. Τήν 10η Αὐγούστου 1925 ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Ἀγάπιος. Ἤδη ἀπό τότε ἀρχίζει νά μελετᾶ τά ἔργα τῶν Πατέρων καί ἰδιαίτερα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου105, ὁ ὁποῖος, ὅπως θά δείξει ἡ ἔρευνα, τοῦ ἔγινε γιά πάντα σημεῖο ἀναφορᾶς. Στή Μεγίστη Λαύρα μόνασε δέκα χρόνια, ἐνῶ παράλληλα σπούδαζε στήν Ἀθωνιάδα Σχολή. Πέρα ἀπό τή συνεχή μελέτη πνευματικῶν βιβλίων106, ἡ ὁποία τοῦ ἔδινε χαρά καί ἱκανοποίηση107, ἐξασκοῦσε τόν ἑαυτό του στήν αὐτοσυγκέντρωση καί τήν περισυλλογή108. Τά δύο τελευταῖα ἔγιναν σπουδαιότατα ἐφόδια στήν πνευματική του ἐξέλιξη109. Ὁ Ἀρχιμ. Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος, πού δείχνει νά γνώριζε ἀπό κοντά τή ζωή τοῦ Μητροπολίτη Διονυσίου, τόν ἀποκαλοῦσε καλόγερο110. Στό ἄρθρο του Εὐγνώμων μνεία καί προσφορά, ἀφιερωμένο στόν ἑορτασμό τῆς χιλιετηρίδας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ὑποενότητα "ἐκδηλώσεις ἀγάπης", μεταξύ ἄλλων ὁ Διονύσιος περιγράφει περιστατικό,
2. Ἄσκηση στό Ἅγιον Ὄρος
38
111. Μοναχισμός καί σύγχρονος κόσμος, ὅ.π., σελ. 23.
112. Γιά νά εἴμαστε σίγουροι, ὅτι δέν ὑπῆρχε ἄλλος μοναχός Ἀγάπιος ἐκεῖνον τόν καιρό στή Μεγίστη Λαύρα, ἐπικοινωνήσαμε μέ τόν γραμματέα τῆς Λαύρας, τόν π. Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπιβεβαίωσε, ὅτι στά μοναχολόγια ὡς Ἀγάπιος εἶναι γραμμένος μόνον ἕνας μοναχός καί, μέ βάση τό ἐπώνυμο, εἶναι ὁ μετέπειτα Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος.
113. Οἱ σπουδές τοῦ Διονυσίου στή Χάλκη συμπίπτουν μέ τήν Τρίτη περίοδο λειτουργίας τῆς Σχολῆς (1923-1951), μέ ἑπταετή κύκλο σπουδῶν (τετραετές Γυμνάσιο καί τριετή Θεολογική Σχολή). Ὁ Διονύσιος ξεκινᾶ τή φοίτησή του στή Σχολή τό 1933, ὅταν στό θρόνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἦταν ὁ Φώτιος Β΄ (1929-1935).
τό ὁποῖο καταγράφουμε ἐδῶ ὁλόκληρο, διότι προσφέρει πληροφορίες γιά τά χρόνια τῆς ἄσκησής του στό Ἅγιον Ὄρος:
«Ὁ μοναχός Ἀγάπιος περιέθαλψεν βαρύτατα πάσχοντα ὑπό μεταδοτικῆς νόσου. Ἐν συνεννοήσει μετά τοῦ ἰατροῦ τῆς Μονῆς μοναχοῦ Παύλου, ὅστις, ὡς ἄλλος καλός Σαμαρείτης, περιέρχεται τό Ἅγιον Ὄρος ἐπισκεπτόμενος τούς ἀσθενεῖς καί παρέχων δωρεάν τάς ἰατρικάς του ὑπηρεσίας, ἐκράτησε τόν ἀσθενῆ πλησίον του, μή ὑπολογίσας τόν ἐκ τῆς μεταδοτικῆς νόσου κίνδυνον. Ὁ ἀσθενής ἐνόσει καί εἰς τήν ψυχήν. Ἦτο ἄπιστος καί ἐβλασφήμει τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν. Ὁ π. Ἀγάπιος ὅμως, καί τοῦτο ὑπερενίκησε. Ἔλαβε τήν θέσιν τοῦ πατρός τοῦ ἀσθενοῦς. Τόν ἐφρόντισεν ἐπιμελῶς καί ὁ Θεός, ἀμείβων τήν πρᾶξιν του ταύτην τῆς ἀγάπης καί τῆς αὐτοθυσίας, ἐχάρισε τήν κατ᾿ ἄμφω ὑγείαν εἰς τόν ἀσθενῆ. Ἔγινεν εἷς καλός μοναχός»111.
Τό ἐν λόγῳ ἄρθρο χρονολογεῖται ἀπό τό 1963, ὅταν ὁ Διονύσιος ἦταν πλέον Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν, δηλαδή εἶχαν περάσει περίπου 35 χρόνια καί εἶναι ζήτημα ἐάν ἀπό τούς γύρω τοῦ Μητροπολίτη θά ὑπῆρχε κάποιος πού θά ἤξερε, ὅτι τό πρῶτο μοναχικό ὄνομα τοῦ Διονυσίου ἦταν Ἀγάπιος112. Περιγράφοντας τό παραπάνω περιστατικό, ὁ Διονύσιος ἔντεχνα ἀποφεύγει νά προβάλει τόν ἑαυτό του, φροντίζοντας μόνο γιά τό πνευματικό κέρδος τοῦ ἀναγνώστη, τόν ὁποῖο διδάσκει περί ἀγάπης καί αὐτοθυσίας. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ὁ μοναχός Ἀγάπιος φερόταν στόν ἄρρωστο ὡς πατέρας: "Ἔλαβε τήν θέσιν τοῦ πατρός τοῦ ἀσθενοῦς", πού σημαίνει ὅτι ἤδη ἀπό αὐτή τήν ἡλικία (θά ἦταν τότε 20-27 ἐτῶν) εἶχε συνειδητοποιήσει μέσα του τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας.

3. Θεολογικές σπουδές στή Χάλκη
Μετά τήν Ἀθωνιάδα ὁ Διονύσιος συνέχισε τίς σπουδές του στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ὅπου φοίτησε ἑπτά χρόνια113. Στή διάρκεια τῆς φοίτησής του, τόν Αὔγουστο τοῦ 1934, χειροτονήθηκε διάκονος. Τήν 18η Ἰουνίου 1935
39
114. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 24.
115. Τό ὄνομα εἶχε λάβει πρός τιμήν τοῦ Μηθύμνης Διονυσίου (Μηνᾶ).
116. Τό 1908 ὁ Ἅγιος Ἱλαρίων, ὁ κορυφαῖος θεολόγος τῆς Ρωσίας στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, μαζί μέ τούς συναδέλφους του καθηγητές τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας καί τούς σπουδαστές της, ταξίδεψαν ἀπό τήν Μόσχα στά σπουδαιότερα μέρη τῆς Χριστιανικῆς Ἀνατολῆς, κάνοντας στάση καί στή Χάλκη. 117. Священномуч. Иларион (Троицкий), Ἀπό τήν Ἀκαδημία μέχρι τόν Ἄθωνα, творения, т. 3, стр. 121.
118. Священномуч. Иларион (Троицкий), творения, т. 3, стр. 121-122.
119. Διονυσίου Τρίκκης καί Σταγῶν, Ἱεροί Παλμοί, σελ. 10.
120.. Ὅ.π., σελ. 9.
121. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 25.
πῆρε ἀπολυτήριο ἀπό τή μονή τῆς μετανοίας του114 καί τήν 21η Ἰουλίου τοῦ 1935 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Σχολάρχη Ἐπίσκοπο Μιλήτου Αἰμιλιανό. Τότε ἔλαβε τό ὄνομα Διονύσιος115. Τό 1940 ἔλαβε τό ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Τά ἐφόδια πού ἀπέκτησε ὁ Διονύσιος στή Χάλκη ὄχι μόνο θά τοῦ γίνουν χρήσιμα, ὅταν θά ἀναλάβει πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς «Ἀπόστολος Βαρνάβας» στήν Κύπρο, ἀλλά θά εἶναι πλέον οἱ ἀπαρασάλευτες ἀρχές γιά ὅλη του τή ζωή. Ὁ Ρῶσος θεολόγος καί καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Μόσχας, ὁ Ἅγιος Ἱλαρίων116, ἔβρισκε ἀξιοθαύμαστο τό σύστημα καί τήν τάξη τῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία ἦταν καθαρά μοναστηριακή, «πιό συγκεκριμένα τῆς σκήτης»117. Ἔγραφε χαρακτηριστικά: «Ὅταν φαντάζεσαι ὅλο τό σύστημα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς στή Χάλκη, χωρίς νά τό θέλεις, ἀλλά ζηλεύεις. Πόσο ξεκάθαρος εἶναι ὁ στόχος καί πόσο εὐθύς ὁ δρόμος πρός τήν ἐκπλήρωσή του!»118. Σ᾿ ἕνα δημοσιευμένο τό 1938 ἄρθρο τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτη Διονυσίου στό Λεύκωμα τῆς νήσου Ἴμβρου ἀναφέρεται ἡ τριετής διαμονή του στήν Ἴμβρο «ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ οἰκονόμου»119 στό μετόχιο τῶν Ἀθωνιτῶν πατέρων, ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Γεώργιο120. Αὐτό δείχνει ὅτι οἱ σπουδές του δέν εἶχαν τή μορφή μελέτης στήν ἡσυχία τῆς σχολικῆς βιβλιοθήκης, ἀλλά ὑπῆρχε ὁ συγκερασμός μέ τήν ποιμαντική δράση του ὡς ἱερομονάχου.


4. Ἱεροκήρυκας καί ἡγούμενος στή Μητρόπολη Μηθύμνης
Ἀπό τή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης ὁ Διονύσιος ἀποφοιτᾶ τό 1940 καί γιά ἕνα χρόνο χάνονται τά ἴχνη του. Ἐπανεμφανίζεται στίς 10 Σεπτεμβρίου τοῦ 1941 ὅταν διορίζεται ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως Μηθύμνης121.
40
122.. Ὅ.π., ἀπό τήν ἐπιστολή 19 Ἰανουαρίου 1941, σελ. 147: «Πρός τάς ἁγίας ἀδελφάς τῆς Ἱ. Γυναικείας ἡμῶν Μονῆς. Καθηκόντως γνωρίζω ὑμῖν ὅτι, κατόπιν θερμῆς παρακλήσεως τοῦ Ἐπόπτου τῶν Ἱερῶν ἡμῶν Μονῶν, Σεβ. Μητροπολίτου Μηθύμνης κ.κ. Διονυσίου … ἀνέλαβον προσωρινῶς τήν ἡγουμενίαν τῆς Ἱ. ἡμῶν Μονῆς. …».
123.. Ἵδρυσε τό μοναστήρι τοῦ Λειμῶνος στά κτήματα πού κληρονόμησε ἀπό τόν πατέρα του, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Ἀγαλιανός (1492-1566). Τό 1531 τόν ἐξέλεξαν Μητροπολίτη Μηθύμνης. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς πιό ἀγαπητούς ἁγίους στή Λέσβο.
124. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 151.
125. Γιά τίς σχετικές διατάξεις τῶν διαθηκῶν τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου καί τοῦ υἱοῦ του Μεθοδίου μαθαίνουμε ἀπό τό πατριαρχικό γράμμα τοῦ 1700 (ὑπ᾿ ἀριθμ. 36 στό ἀρχεῖο τῆς ἀνδρώας Μονῆς), στό ὁποῖο ὁ πατριάρχης Σωφρόνιος διατάζει νά μήν βγαίνουν οἱ καλόγριες ἔξω ἀπό τό μοναστήρι οὔτε γιά νά μαζέψουν βότανα ἥ ἐλιές οὔτε γιά νά τρυγήσουν τό ἀμπέλι τους, οὔτε γιά νά ἀγοράσουν μαλλιά γιά τό ἐργόχειρό τους, οὔτε νά πηγαίνουν στά συγγενικά τους σπίτια ἤ ἄλλων λαϊκῶν, οὔτε νά βαπτίζουν παιδιά, ἀφοῦ γιά ὅλα αὐτά φροντίζει ὁ Ἡγούμενος.
126. Διονυσίου Χαραλάμπους, Μάρτυρες, σελ. 31: «Ὁ Ἅγιος εὐλόγησε τούς κόπους καί τούς μόχθους μας. Τό Μοναστήρι εἶναι στό δρόμο τῆς ἀνορθώσεως καί τῆς τάξεως».
127. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., ἀπό τήν 3 Ἰουνίου 1942 ἐπιστολή τοῦ Ἡγουμένου Διονυσίου πρός τόν Νομάρχη Λέσβου, σελ. 163-164: «… Ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱ. Μονή Λειμῶνος, συνεχίζουσα τήν πατροπαράδοτον αὐτήν φιλανθρωπικήν δρᾶσιν ἐντατικῶς … μή παραλείψασα συγχρόνως καί τήν φιλοξενίαν πρός τούς πολυπληθεῖς λιμώττοντας καί προσφεύγοντας αὐτῇ διαφόρους ξένους. Ἐπιθυμοῦσα ὅμως, ὅπως συστηματοποιήσῃ τήν πρός τούς πάσχοντας ἀδελφούς φιλανθρωπίαν, ἡ ἀδελφότης τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς… ἀπεφάσισε τήν μετατροπήν τοῦ παρακειμένου τῆς μονῆς Ξενῶνος της, εἰς ὀρφανοτροφεῖον ἀρρένων…».
Μέσα σέ 12 μόνο μήνες (10 Σεπτεμβρίου 1941 – 22 Αὐγούστου 1942) παρουσίασε, ὅπως ἀναδεικνύουν οἱ πηγές, μία ἀρκετά πλούσια καί πολύπλευρη πνευματική δράση ὡς ἱεροκήρυκας καί γενικός ἀρχιερατικός ἐπίτροπος τῆς Μητροπόλεως, ἐνῶ παράλληλα ἀσκοῦσε προσωρινά122 καί τά καθήκοντα ἡγουμένου τῆς ἀρχαίας Μονῆς Λειμῶνος, ἀφιερωμένης στόν Ταξιάρχη Μιχαήλ123. Ἡ ἐν λόγῳ μονή ἀριθμοῦσε δεκαέξι μοναχούς, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ὑπερήλικοι γέροντες124. Ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Λειμῶνος ὁ Διονύσιος ἦταν ὑπεύθυνος καί γιά τήν πνευματική καί ὑλική φροντίδα125 τῆς γυναικείας μονῆς τῆς Παναγίας Μυρσινιώτισσας. Ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ μοναχισμοῦ στή Λέσβο φαίνεται νά ἦταν πολύ σκληρός, ὅμως μέσα σέ ἕνα χρόνο κατάφερε νά ἐπιβάλει τήν πρέπουσα τάξη126. Παράλληλα μέ τήν ἀνόρθωση τοῦ μοναχισμοῦ ὁ Διονύσιος τέθηκε ἐπικεφαλῆς μιᾶς θρησκευτικῆς κίνησης μέ φιλανθρωπική δράση (πρωτίστως παροχή τροφίμων καί φιλοξενίας στούς φτωχούς καί ξένους)127 στή Λέσβο. Δέν ἔμεινε ἀδιάφορος καί μπροστά στή μεγάλη δοκιμασία τῆς Πατρίδος κατά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στή φτώχεια βρίσκει τρόπους νά ἀνακουφίσει ὅσους πολεμοῦν γιά τήν
41
128.. Ὅ.π., σελ. 171: «Ἐν Ἱ.Μ. Λειμῶνος 2 Ἰανουαρίου 1941, Π.Υ.Α.Μ., Μυτιλήνην: Ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή κατορθώσασα νά ἐξοικονομήσῃ ἐκ τῶν στρωμάτων καί προσκεφαλαίων αὐτῆς 33 ὀκάδας ἀκατέργαστον μαλλί ἀποστέλει τοῦτο, μέσω τῆς ἐν Καλλονῇ Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς, πρός ὑμᾶς μέ τήν θερμήν παράκλησιν, ὅπως Αὕτη ἐνεργήσῃ δεόντως, ἵνα κατασκευασθῶσιν ἐξ αὐτοῦ εἴδη μάλλινα, διά νά θερμάνωσι τούς γενναίους μας στρατιώτας, πού πολεμοῦν μέ ἄφθαστον ἡρωϊσμόν ἐπάνω εἰς τά παγωμένα βουνά τῆς Ἀλβανίας ἐναντίον τοῦ βαρβάρου καί δολοφόνου ἐχθροῦ τῆς φιλτάτης μας Πατρίδος. Μέ θερμάς εὐχάς ὑπέρ τῆς τελικῆς μας νίκης. ὁ Ἡγούμενος, Ἀρχιμ. Διονύσιος Χαραλάμπους».
129.. Ὅ.π., σελ. 171.
130.. Ὅ.π., σελ. 155-156, ἐπιστολή ἀπό 3 Φεβρουαρίου 1941: «Κάθε βράδυ, λοιπόν, μετά ἀπό τόν ἑσπερινό νά ψάλλετε μέ πολλήν εὐλάβειαν καί κατάνυξη τήν παράκληση τοῦ πολέμου, – ὑπάρχει μέσα στό Μ. Εὐχολόγιο – καί στό τέλος νά γονατίζετε ὅλες καί ἡ ἁγία Ἡγουμένη νά διαβάζῃ αὐτή τήν ὄμορφη εὐχούλα: "Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, Θεός ἐλέους καί οἰκτιρμῶν καί πάσης παρακλήσεως, εἰσάκουσον ἡμῶν ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ δεομένων σου: ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἔκτεινον τήν χεῖρά σου τήν πανσθενῆ καί περίβαλον καί ἐνίσχυσον τῷ βραχίονί Σου τῷ ὑψηλῷ τό εὐσεβές Ἔθνος ἡμῶν. Σύντριψον καί φυγάδευσον πρό προσώπου αὐτοῦ τούς ἐχθρούς αὐτοῦ, τούς ἐπιζητοῦντας τήν κάκωσιν καί συντριβήν αὐτοῦ. Κλῖνον Κύριε τό οὖς Σου καί εἰσάκουσον τῇ κραυγῇ νηπίων καί θηλαζόντων, μητέρων, συζύγων, συγγενῶν, τῆς νεότητος καί τοῦ γήρατος καί σπλαγχνίσθητι ἐπ᾿ αὐτοῖς. Δίκαιος ἐπί πᾶσι φανέρωσόν Σου τήν δικαιοσύνην τήν ἀδέκαστον ἐν τῷ ἐξαπολυθέντι ἀδίκῳ κατά τοῦ Ἔθνος ἡμῶν πολέμῳ. Φώτισον καί καθοδήγησον τόν Βασιλέα καί τήν Κυβέρνησιν ἡμῶν. Κράτυνον καί στήριξον τόν κατά ξηράν καί θάλασσαν καί ἀέρα στρατόν ἡμῶν. Χάρισον αὐτῷ νίκας κατά τῶν πολεμίων, ἵνα θριαμβευτής καί νικηφόρος δυνάμει τοῦ Σταυροῦ Σου καί τῇ βοηθείᾳ τοῦ ἁγίου πατρός ἡμῶν Ἰγνατίου ἐπανέλθῃ εἰς τάς οἰκογενείας αὐτοῦ". Θά εὐχαριστηθῶ βαθιά ὅταν ἐκπληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία μου αὐτή ποὔναι καί ἐπιθυμία ὅλης τῆς ἀγωνιζομένης φιλτάτης μας πατρίδος…».
ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος ὑλικά καί πνευματικά. Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα: μόλις ἄρχισε τό κρύο, μή βρίσκοντας ἄλλους πόρους, ὁ Διονύσιος στέλνει στό Π.Υ.Α.Μ. Μυτιλήνης ἀκατέργαστο μαλλί ἀπό τά στρώματα καί τά μαξιλάρια τῆς μονῆς, ὅπου ἦταν ἡγούμενος καί παρακαλεῖ νά φτιάξουν ζεστά ρούχα γιά τούς στρατιῶτες, πού πολεμοῦσαν στά παγωμένα βουνά τῆς Ἀλβανίας128. Ἀπό τήν ἀλληλογραφία129 μέ τούς στρατιῶτες ἐνημερωνόταν γιά τίς ἀνάγκες τους καί τούς φρόντιζε. Καθιερώνει στά μοναστήρια πού εἶχε ὑπό τήν ἐποπτεία του καθημερινές παρακλήσεις τοῦ πολέμου, ἐπισυνάπτοντας καί μία προσευχή, γραμμένη ἀπό τόν ἴδιο130. Ὀργάνωσε ἕνα ἀπό τά κτίρια τῆς μονῆς γιά ὀρφανοτροφεῖο, τό ὁποῖο δέν πρόλαβε νά τεθεῖ σέ λειτουργία διότι προηγήθηκε ἡ σύλληψή του ἀπό τούς Ναζί.
42
131. Βλ. Παράρτημα, σεκ. 394: «This certificate is awarded to Dionysios Haralambous as a token of gratitude for and appreciation of the help given to the Sailors, Soldiers and Airmen of the British Common wealth of Nations, which enabled them to escape from, or evade capture by the enemy».
132.. Ἱερατική Σχολή «Ἀπόστολος Βαρνάβας», Ὑψίστου κλῆσις (ἀναμνηστικός τόμος), σελ. 21, ὑποσημείωση 43: «Στά χρόνια τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς, ὁ Χαραλάμπους ἀνέπτυξε ποικίλη ἀντιστασιακή δράση μέ ἀποτέλεσμα, τόν Αὔγουστο τοῦ 1942, νά συλληφθεῖ ἀπό τούς κατακτητές, νά κλειστεῖ στίς φυλακές καί νά ὑποστεῖ φρικτά βασανιστήρια».
133. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Μάρτυρες, σελ. 44: «Μά ἄν ὁ ἱερεύς ὀφείλῃ νά κρατήσῃ μυστικό ἕνα ἀσήμαντο παράπτωμα, πῶς μπορεῖ νά φανερώσῃ κάτι ἀπό ὅπου ἐξαρτᾶται ἡ ζωή ἑνός ἀδελφοῦ του;»
134. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτου Χίου Χρυσοστόμου, σελ. 17: «Εἶχε συλληφθῆ ἀπό τούς Γερμανούς. Ἠρνήθη μάλιστα νά κατονομάσῃ τούς συνεργάτας του, ἀναλαβών μόνος αὐτός ὅλον τό βάρος τῆς εὐθύνης. Ὑπέστη βασανιστήρια φρικτά καί ἀνείπωτα μέ καρτερίαν».
135.. Ὅ.π., ἄρθρο Ἀπό τάς ἀναμνήσεις συγκρατουμένου, τοῦ Δημ. Καλλιγέρη, σελ. 52: «Μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν, γράφει στίς ἀναμνήσεις του γιά τόν Διονύσιο ὁ συγκρατούμενός του, ἄν ἐκακοποιήθη ὁ Διονύσιος τόσον πολύ, ἦτο διότι προσεπάθουν νά τοῦ ἀποσπάσουν τήν ὁμολογίαν, ὅτι ὁ τότε Μητροπολίτης Μηθύμνης, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἔφερε, ἦτο ὁ ἀρχηγός τῆς Ὀργανώσεως, γιά νά τόν φέρουν κι ἐκεῖνον εἰς τάς φυλακάς. Φυσικά δέν κατώρθωναν τίποτε, γιατί ὁ Διονύσιος στάθηκε, ὅπως πάντα, στό ὕψος του – γενναῖος στό σῶμα καί στήν ψυχή».
136.. Ὅ.π., ἄρθρο Ἀπό τάς ἀναμνήσεις συγκρατουμένου, τοῦ Δημ. Καλλιγέρη, σελ. 53: «Μέ τίς προσευχές καί συμβουλές του "νά εἶστε πάντοτε ἕτοιμοι" -γι᾿ αὐτό, καί μέ μιά προετοιμασία ἐκ τῶν ἑνόντων, πολύ συχνά κοινωνούσαμε- "μήν ἀπομακρύνεστε ἀπό κοντά Του, ἐλπίζετε, προσεύχεσθε, πιστεύετε", στηριζόμαστε».
Τό 1942 ὁ Διονύσιος συλλαμβάνεται ἀπό τούς κατακτητές Γερμανούς μέ τήν κατηγορία ὅτι ἀπέκρυπτε καί περιέθαλπε Βρετανούς στρατιῶτες. Τό ἀντίγραφο τοῦ διπλώματος τῆς κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας, μέ τήν ὑπογραφή τοῦ H.R. Alexander131, στό προσωπικό του ἀρχεῖο, μαρτυρεῖ ὅτι ὄχι ἕναν μόνο Ἄγγλο στρατιώτη ἀνέλαβε νά φυγαδέψει ὁ Διονύσιος, ὅπως τό ἀναφέρει ὁ ἴδιος στό βιβλίο του «Μάρτυρες», ἀλλά ἦταν μία συνεχής ἀντιστασιακή δράση132. Ἔχοντας συνείδηση ἐξομολόγου133, ἀρνήθηκε νά ἀποκαλύψει τούς συνεργάτες του, ὑπέστη φρικτά βασανιστήρια134 καί καταδικάστηκε σέ δεκαετή εἱρκτή135. Ἀρχικά κρατήθηκε στίς ποινικές φυλακές Μυτιλήνης καί κατόπιν μεταφέρθηκε στό στρατόπεδο Παύλου Μελᾶ στή Θεσσαλονίκη, ὅπου παρέμεινε 18 μῆνες, ἀναπτύσσοντας ἐθνική καί θρησκευτική δράση. Τελοῦσε συχνά τή θεία λειτουργία, κήρυττε τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἐξομολογοῦσε τούς πολυπληθεῖς κρατουμένους, τονώνοντας καί ἐνισχύοντάς τους136. Χάρη στήν προνοιακή του δραστηριότητα σώθηκαν πολλοί ἀπό τόν θάνατο, τήν πείνα
5. Τά μαρτύρια στίς φυλακές καί στά στρατόπεδα τῆς Γερμανίας
43
137.. Ὅ.π., ἄρθρο Ἀπό τάς ἀναμνήσεις συγκρατουμένου, τοῦ Δημ. Καλλιγέρη, σελ. 52: «…ἐκίνησε γῆν καί οὐρανόν. Ἔγραφε συνεχῶς ἐπιστολάς παρακλητικάς, ἀλλά καί σέ ἔντονον ὕφος, ζητῶν καί ἀπαιτῶν κάθε δυνατήν βοήθειαν γιά τούς πεινασμένους κι ἐξηντλημένους κρατουμένους. … Εἰς τούς «Μάρτυρας» ἀναφέρεται τό μέγεθος τῶν βοηθημάτων. Ἀποσιωπᾶται ὅμως τό γεγονός, ὅτι ὅλα εἶχαν προκληθῆ ἀπό αὐτόν. Ἐγίνετο διανομή ὅλου αὐτοῦ τοῦ πλούτου μέ δικαιοσύνη καί προσοχή καί τό βράδυ κατάκοπος, ἀλλά καί γεμᾶτος εὐγνωμοσύνην γιά τούς καλούς Χριστιανούς, εὐχαριστοῦσε τόν Θεό, πού ἔδωσε τήν εὐλογίαν αὐτήν».
138. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Μάρτυρες, σελ. 99-100.
139. Στρατόπεδα Στάϊν καί Μπερνάου.
140. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ὅ.π., σελ. 53.
141. Τήν περιγραφή τοῦ θαύματος αὐτοῦ παραθέσαμε στό Παράρτημα τῆς Μεταπτυχιακῆς μας Ἐργασίας «Ποιμαντικές προοπτικές στά κείμενα καί τήν ζωή τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου».
142. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Ἱεροί Παλμοί, σελ. 29: «Εἶχεν εἰσακούσει ὁ Κύριος τάς προσευχάς τῶν ἐκλεκτῶν του καί "ἐκολόβωσε" τάς πονηράς ἡμέρας, ἔδωκε τέλος εἰς τήν τρομεράν ἀνθρωποσφαγήν. Καί τότε χιλιάδες, πού ἔζησαν τήν καταθλιπτικήν ἀτμόσφαιραν τῶν γερμανικῶν Στρατοπέδων, ράκη σωματικά, πολύ ἰσχυρότεροι ὅμως εἰς τήν ψυχήν,
καί τίς στερήσεις137. Ὠς πνευματικός πατέρας πλέον τῶν συγκρατουμένων του δέν θέλησε νά τούς ἐγκαταλείψει καί ἀρνήθηκε τή μοναδική εὐκαιρία τῆς ἀπελευθέρωσής του, πού δόθηκε προσωπικά σ᾽ αὐτόν138, ἀλλά τούς συνόδεψε στά γερμανικά στρατόπεδα139, μετέχοντας στήν κοινή μοίρα ἕως τό τέλος. Ἡ σημασία τῆς παρουσίας τοῦ Διονυσίου στή φυλακή ἀναφαίνεται στίς ἀναμνήσεις ἑνός συγκρατουμένου του, τοῦ Δημητρίου Καλλιγέρη: «Κυνηγημένα ἀγρίμια ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, ζητούσαμε προστασία ἀπό ἐκεῖνον, προσπαθούσαμε ν᾿ ἁρπαχθοῦμε ἀπό τή δική του πίστι γιά τή δική μας σωτηρία. Μᾶς ἐνέπνεε αὐτήν ταύτην τήν πίστιν τό παράδειγμά του. Εἶχε πλήρη ἀντίληψι τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου καί μᾶς ἐπροστάτευε (ἀληθινά ὅπως ἡ κλώσσα φροντίζει τά μικρά της κάτω ἀπό τά προστατευτικά της φτερά). Ἔτσι ἀκριβῶς ζέστανε καί ἐκεῖνος τήν πίστι, πού ξανάρχιζε καί πάλιν νά ξυπνᾶ μέσα στήν ψυχή μας»140. Τό 1945 ὁ Διονύσιος θά σωθεῖ, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ ἴδιου, ἀπό τήν θαυματουργή ἐπέμβαση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου141. Δέν θά ἀναχωρήσει ὅμως ἀπό τή Γερμανία ἕως ὅτου, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος στή Γερμανία, συγκεντρώσει καί ἀποστείλει ὅλους τους Ἕλληνες στήν Πατρίδα.

6. Ἡ δράση του στήν Κύπρο

Ὁ Διονύσιος ἐπιστρέφει142 στήν Ἑλλάδα ἀπό τά κάτεργα τῆς Γερμανίας τό 1945.
44
ἐπέστρεφον "ἐν ἀγαλλιάσει" εἰς τήν φιλτάτην πατρίδα. Μεταξύ τούτων, ἐλεηθείς, ηὐτύχησα νά συγκαταλέγωμαι καί ἐγώ».
143. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, ὅ.π., σελ. 30.
144. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Μάρτυρες, σελ. 102: «Τήν νύχτα τήν περνῶ γράφοντας εὐχαριστήρια γράμματα. Πρῶτα στούς ἱεροκήρυκες τῆς Ἀδελφότητος τῆς "Ζωῆς". Γιατί πρῶτοι αὐτοί ἀψήφησαν τούς κινδύνους, καί μᾶς ἦρθαν κοντά μας καί δημιούργησαν αὐτή τήν χριστιανική κίνησι, πού τόσο ἀνεκούφισε τούς φτωχούς τοῦ Στρατοπέδου».
145. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, σελ. 223-224.
146. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ὅ.π., σελ. 32: «Εἶναι δέ χαρακτηριστικόν, ὅτι μετά τήν ἐπιστροφήν του ἐκ τῶν γερμανικῶν στρατοπέδων, ὅπου ἠνδραγάθησεν, ὄχι μόνον δέν ἐζήτησεν ἀνταμοιβήν τινα, ἀλλά μετέβη προθύμως, ὅπου τόν ἐτοποθέτησεν ἡ Ἐκκλησία».
147. Στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Μητροπολίτη Διονυσίου διασώθηκαν ἐπιστολές, σχετικές μέ τό θέμα τῆς Κύπρου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β΄ (1947-1950) στήν ἐπιστολή του (Ἀριθμ. Πρωτ. 201) πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν 9ην Σεπτεμβρίου 1949 παρακαλεῖ γιά τήν «ἀπόσπασιν ἐπί διετίαν τοῦ Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου κ. Διονυσίου Χαραλάμπους εἰς ὑπηρεσίαν τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐν ᾗ μέλλει ἀναλαβεῖν καθήκοντα Ἱεροκήρυκος καί Διευθυντοῦ τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς "Ἀπόστολος Βαρνάβας" τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου». Καί ὁ Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων γράφει 8 Ὀκτωβρίου 1949 στήν ἀπάντησή του (Ἀριθμ. Πρωτ. 2501): «ἐνεκρίθη ἡ ὑφ᾽ Ὑμῶν προταθεῖσα ἀπόφασις, τοῦ διαληφθέντος κληρικοῦ ἀξίου κατά πάντα, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τάς Ὑμετέρας προσπαθείας».
Φθάνοντας στήν Ἀθήνα φιλοξενήθηκε ἀπό τήν ἀδελφότητα θεολόγων «Ζωή»143, μέ τήν ὁποία δέθηκε ὡς κατάδικος Γερμανῶν στίς φυλακές Παύλου Μελᾶ144. Ἀπό τό ὁμώνυμο μέ τήν ἀδελφότητα θρησκευτικό περιοδικό «Ζωή», «τό ὁποῖο δημοσίευσε (τό 1946) σέ συνέχειες δέκα σύντομα κείμενα μέ γενικό τίτλο "Κληρικός στά Γερμανικά στρατόπεδα"»145, θά πληροφορηθεῖ ἡ Ἑλλάδα γιά τήν προσωπικότητα τοῦ Διονυσίου καί, χωρίς νά τό περιμένει ὁ ἴδιος, θά γίνει γνωστός καί στόν Ἀρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα. Μέχρι τότε ὅμως συνεχίζει τήν πορεία του ὡς ἁπλός ἱεροκήρυκας, ἀναλαμβάνοντας καί πάλι τά καθήκοντα στή Μητρόπολη Μηθύμνης146. Ἀπό 15.09.1948 ἐργάζεται ὡς ἱεροκήρυκας μέ ἀπόσπαση στή Μητρόπολη Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας, ἐνῶ συγχρόνως ὑπηρετεῖ ὡς καθηγητής στό Γυμνάσιο Ναυπάκτου. Τό Νοέμβριο τοῦ 1949 ἀναχωρεῖ γιά τήν Κύπρο. Σύμφωνα μέ τήν ἀλληλογραφία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Β΄ μέ τόν Ἀθηνῶν Σπυρίδωνα ἡ ἀπόσπαση τοῦ Διονυσίου ἀπό τήν..Ἐκκλησία τῆς..Ἑλλάδος ἦταν γιά 2 χρόνια, ὥστε νά ἀναλάβει στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ὡς ἱεροκήρυκας καί πρῶτος Σχολάρχης τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς147. Τή 13η Ἰουνίου 1951 ὁ Μακάριος Γ΄ θά γράψει τήν ἐπιστολή πρός τήν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ τήν παράκληση νά παραταθεῖ
45
148. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Διονυσίου Τρίκκης: «Μετ᾽ ἰδιαιτέρας χαρᾶς πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀπό διετίας ἱδρυθεῖσα Ἱερατική Σχολή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου λειτουργεῖ κατά τρόπον λίαν ἱκανοποιητικόν καί πολλά τά καλά προσδοκῶμεν ἐκ ταύτης διά τήν καθ᾽ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν. Ὁ τῇ ὑμετέρᾳ εὐμενεῖ ἐγκρίσει ἀποσπασθείς δι᾽ ὑπηρεσίαν ἐν Κύπρῳ Διευθυντής τῆς Σχολῆς ταύτης Πανοσ. Ἀρχιμ. κ. Διονύσιος Χαραλάμπους ἀνταπεκρίθη πλήρως εἰς τά καθήκοντα αὐτοῦ καί συνέβαλε μεγάλως εἰς τήν ρύθμισιν τῶν τῆς Σχολῆς κατά τά πρῶτα αὐτῆς βήματα καί τήν εὐδόκιμον αὐτῆς λειτουργίαν. Κρίνοντες δ᾽ ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ἀρχιμ. Διονυσίου Χαραλάμπους εἶναι ἀπαραίτητοι διά τήν καλήν λειτουργίαν τῆς Ἱερατικῆς ἡμῶν Σχολῆς, παρακαλοῦμεν, ὅπως παραχωρηθῇ αὐτῷ περαιτέρω διετής ἀπόσπασις δι᾽ ὑπηρεσίαν ἐνταῦθα».
149.. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἀθηνῶν Σπυρίδωνος ἀπό 10 Σεπτεμβρίου 1951, γνωστοποιεῖ στόν Μητρ. Κυρηνείας Κυπριανό, ὅτι «ἐκτιμῶντες τούς οὕς προβάλλετε σπουδαίους λόγους καί ἐπειδή ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τήν ἔναρξιν τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ἐγκρίνομεν τήν παράτασιν ἐπί ἕν εἰσέτι ἔτος τῆς παραμονῆς τοῦ διαληφθέντος κληρικοῦ ὡς Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς», ὅμως προσθέτει «Εἴμεθα ἐν τούτοις ὑποχρεωμένοι νά γνωρίσωμεν τῇ ὑμετέρᾳ Σεβασμιότητι, ὅτι αἱ ὡσαύτως μεγάλαι ἀνάγκαι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεοῦσιν ἡμᾶς ὁπωσδήποτε, μετά τήν λῆξιν τῆς ὡς ἄνω παρατάσεως, νά ἀνακαλέσωμεν τοῦτον ἐνταῦθα, διό καί παρακαλοῦμεν ὅπως ἀπό τοῦδε ληφθῇ παρ᾽ ὑμῶν μέριμνα περί τῆς ἐξευρέσεως τοῦ ἀντικαταστάτου αὐτοῦ μεταξύ τῶν κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου» (Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου).
150. Ἀπό τήν κυπριακή ἐφημερίδα «Ἐλευθερία», στό ἀρχεῖο τοῦ Μητροπολίτη, ἀπό … (δέν διασώθηκε ἡ ἡμέρα) Σεπτεμβρίου 1951, μαθαίνουμε γιά τήν ἀπάντηση τοῦ Διονυσίου στό τηλεγράφημα γιά τήν ἐκλογή του: «Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Σπυρίδωνα, Ἀθήνας: Ὑποτασσόμενος κελεύσματι Ἐκκλησίας, ἀποδέχομαι ἐκλογήν μου, ἐκζητῶν εὐχάς Ὑμετέρας πανσεβάστου μοι Μακαριότητος καί λοιπῶν ἁγίων Συνοδικῶν. Ἀναχωρῶ μέ πρώτην εὐκαιρίαν». Στό συντάκτη τῆς ἐφημερίδας μεταξύ ἄλλων εἶπε: «…Πάντοτε ὑπηρέτησα προθύμως τήν Ἐκκλησίαν, τώρα δέ ἀποδέχομαι τήν ἐκλογήν μου ὡς κλῆσιν Θεοῦ. Διά τοῦτο ὑποτάσσομαι εἰς τάς διαταγάς τῆς Ἐκκλησίας».
151. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου: «… εὑρίσκομαι εἰς τήν λυπηράν θέσιν νά ὑποβάλω παραίτησιν ἐκ τῆς Διευθύνσεως τῆς Σχολῆς. Ὁ λόγος σᾶς εἶναι γνωστός. Ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκλέξασά με Μητροπολίτην Λήμνου παραγγέλλει μοι "ἐπειγόντως νά ἀφιχθῶ εἰς Ἀθήνας". Ὁμολογῶ ὅτι μέ λύπην ἀποχωρίζομαι τῆς Κύπρου. Ἠγάπησα τόν λαόν της καί ἐθεώρουν τόν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ, διότι μοῦ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νά προσφέρω καί ἐγώ τάς μικράς μου ὑπηρεσίας εἰς τόν βασανισμένον αὐτόν τόπον. Ἀλλ᾽ ἄλλως ἔδοξε τῷ Κυρίῳ…».
ἡ ἀπόσπαση τοῦ Διονυσίου148, καί θά λάβει θετική ἀπάντηση149. Ὅμως μετά ἀπό 15 μέρες, 25 Σεπτεμβρίου 1951, τά πράγματα ἀλλάζουν ἀπότομα μέ τό τηλεγράφημα τοῦ Ἀθηνῶν Σπυρίδωνος πρός τόν Ἀρχιμ. Διονύσιο, μέ τό ὁποῖο τοῦ γνωστοποιεῖ τήν ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτη Λήμνου καί τόν παρακαλεῖ νά ἀφιχθῇ "ἐπειγόντως" στήν Ἀθήνα150. Τήν 28 Σεπτεμβρίου 1951 ὁ Διονύσιος θά ὑποβάλλει πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου τήν παραίτησή του151. Τήν ἴδια μέρα θά τοῦ ἀπαντήσει ὁ Μακαριώτατος Κύπρου,
46
152. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου: «ἐπί τῇ τόσον τιμητικῇ, ὅσον καί δικαίᾳ προαγωγῇ, ἐκφράζομεν ὑμῖν τήν πλήρη εὐαρέσκειαν καί τάς θερμάς εὐχαριστίας τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Κύπρου διά τάς πολυτίμους ὑμῶν ὑπηρεσίας ὡς Διευθυντοῦ τῆς Ἱερατικῆς ἡμῶν Σχολῆς, ἥν διηυθύνατε ἐπί διετίαν μετά συνέσεως, ζήλου καί ἐπιτυχίας, ἧς μετά πολλῆς ἀγάπης καί ὑπομονῆς κατηυθύνατε καί ἐστηρίξατε τά πρῶτα βήματα καί ἧς λαμπρά προδιεγράφετο, ὑπό τήν πεφωτισμένην ὑμῶν διεύθυνσιν, ἡ περαιτέρω σταδιοδρομία, ἐπ᾽ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου. … ἀγαθήν καί ζωηράν μέλλομεν ἔχειν πάντοτε τήν μνήμην ὑμῶν…» 153. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου: «Σεβαστέ μας πάτερ Διονύσιε, Ἡ ἀποψινή αὐτή συγκέντρωσις εἶναι ἀποτέλεσμα θερμῆς ἐπιθυμίας τῶν μελῶν τῆς ΟΧΕΝ, ἐπιθυμία ὅλων μας. Θέλαμε νά μᾶς δοθῇ μιά ἐπίσημη εὐκαιρία, γιά νά σᾶς ἀποχαιρετίσουμε καί νά ἐκδηλώσουμε τά αἰσθήματά μας πρός σᾶς. … ἕνας ἱερός δεσμός, ὁ δεσμός τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, μᾶς ἔχει ἑνώσει ἀδιάσπαστα. Μᾶς ἔχουν ἑνώσει ὅμως ἐπίσης τά κοινά χριστιανικά ἰδανικά, οἱ ἴδιοι παλμοί, οἱ αὐτές ἐπιδιώξεις. Πολλοί ἀπό μᾶς σᾶς γνωρίσαμε ὡς πνευματικό μας πατέρα, στές πολύτιμες συμβουλές καί ὁδηγίες τοῦ ὁποίου βρίσκαμε τήν ὀρθή μας κατεύθυνσι στόν πολυτάραχο δρόμο μας καί τόν δύσκολο χριστιανικό μας ἀγῶνα. Μέ τές ὁμιλίες πού μᾶς ἐκάμετε στήν ΟΧΕΝ, μᾶς μετεδώσατε ἀπό τόν θησαυρό τῆς καρδιᾶς σας πίστι καί ἐλπίδα, καθώς καί ἐπιχειρήματα καί ἀποδείξεις πού μιλούσανε στήν καρδιά παρά στόν νοῦ μας. Ἕνα πολύτιμο στέλεχος, πού τόσα προσέφερε στήν Κυπριακή Ἐκκλησία καί στό χριστιανικό κίνημα τοῦ νησιοῦ μας, ἰδιαίτερα στή Λευκωσία, καί πού δημιούργησε παράδοσι στήν διεύθυνσι τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς. … Σεβαστέ μας πάτερ Διονύσιε, ὅλοι μας θά διατηροῦμε πάντοτε στήν μνήμη μας τήν καλωσύνη καί τήν εὐγένειά σας, τήν χριστιανική σας ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον σας γιά τήν χριστιανική μας πρόοδο. Λυπούμεθα, διότι ἡ νέα σας κλῆσις ὡς Μητροπολίτου Λήμνου σᾶς ἀπομακρύνει ἀπό μᾶς. Χαίρουμε ὅμως ἐξαιρετικά καί εἰλικρινά, γιατί ἡ καθ᾽ ὅλα ἐπαξία ἐκλογή σας θά πλουτίσῃ τόν ἀνώτατο ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό τῆς ἐλεύθερης Πατρίδας μας μέ πολύτιμο καινούργιο αἷμα, τό ὁποῖον ὑπόσχεται νά ἀποφέρῃ πλούσιους χριστιανικούς καρπούς. … Ὁ Οὐράνιος Δεσπότης, στά κελεύσματα τοῦ ὁποίου πάντοτε ὑπηκούσατε μέχρι τῶν μαρτυρικῶν φυλακῶν τῆς Χιτλερικῆς τυραννίας, εἴθε νά σᾶς ἐνισχύῃ καί κατευθύνῃ εἰς τήν νέαν σας διακονίαν. …».
154. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο Ἀρχιμ. Κωνστ. Λευκωσιάτη, Δ/ντοῦ Ἱ. Σχολῆς «Ἀπόστολος Βαρνάβας», σελ. 45-46: «Ἡ εὐγένεια, ἡ ταπείνωσις καί ἡ εὐσέβεια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ ἐγοήτευσαν. … Ὑπό ἄλλας συνθήκας, θά ἐδίσταζα καί ἴσως θά ἠρνούμην. Ἡ σκέψη ὅμως, ὅτι θά ἐβάδιζα τά πρῶτα βήματά μου ὑπό τήν σκιάν καί παραπλεύρως τοῦ π. Διονυσίου, μέ ἔκαμαν νά ἀποδεχθῶ
ἐκφράζοντας τήν πολλή του λύπη γιά τήν παραίτησή του ἀπό τή θέση τοῦ Διευθυντῆ τῆς. Ἱερατικῆς Σχολῆς, ἀλλά καί συγχαίροντάς τον γιά τήν ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτη Λήμνου152. Τήν 3.10.1951 ὀργανώθηκε ἡ πρός τιμήν του ἔκτακτη ἀποχαιρετιστήρια δεξίωση, μέ προσφωνήσεις, πού μαρτυροῦν ὅτι ὁ Διονύσιος, πέρα ἀπό τό καθῆκον τοῦ Σχολάρχη καί διδασκάλου τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, σέ σύντομο χρονικό διάστημα στήν Κύπρο ἀπέκτησε πολλά πνευματικά παιδιά153. Γενικά οἱ σύγχρονοί του ἀναφέρονται σέ μία πνευματική γοητεία154 τῆς προσωπικότητας τοῦ Διονυσίου, πού μαγνήτιζε καί τούς ἱεράρχες, ἑνώνοντάς
47
εὐχαρίστως τόν διορισμόν ἐσωτερικοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς… Πάντοτε μέ νοσταλγίαν καί εὐγνωμοσύνην ἐνθυμοῦμαι τάς ἀγωνιστικάς ἡμέρας, τάς ὁποίας διήλθομεν μαζί».
155. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτου πρώην Κυθήρων Μελετίου, σελ. 55: «Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν κυρός Διονύσιος, μεταξύ ἡμῶν ἔζη ὡς εἷς ἰσχυρότατος μαγνήτης, ὁ ὁποῖος εἰς στιγμάς κρίσεως τῆς ἑνότητός μας κατώρθου διά τοῦ στενοῦ καί τόσον ἑλκυστικοῦ ἤθους αὐτοῦ νά μᾶς συγκρατῇ ἐν ἀρρήκτῳ καί ἀδιασπάστῳ ἑνότητι. Δεξιοτέχνης, εἶχε τόν ἰδικόν του τρόπον μεταχειρίσεως ἑνός ἑκάστου».
156. Ἀπό ἄρθρο τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου Στέφα, Μικρά Σχόλια (Προσθήκη τοῦ βιβλίου Διονυσίου Χαραλάμπους Μάρτυρες), σελ. 218-219: «Ὁ ἀείμνηστος Διονύσιος εἶχε συγκεντρώσει κοντά του πολλούς ἐπιτελεῖς συνεργάτες, κληρικούς μέ ἱκανότητες καί μέ ἦθος. Σάν ἄλλος ἰσχυρός μαγνήτης τραβοῦσε κοντά του καλούς κληρικούς, τούς ἐνέπνεε, τούς οἰκοδομοῦσε καί τούς ἐμψύχωνε. Κοντά του μάθαμε ὅλοι νά ἀγαποῦμε τήν Ἐκκλησία καί ὁ καθένας νά ἐργάζεται γι᾿ αὐτήν καί γιά τό λαό τοῦ Θεοῦ μέ ἀνιδιοτέλεια καί χωρίς νά ὑπολογίζει χρόνο καί κόπο. Ὅποιος ἀνῆκε στό περιβάλλον του ἐργαζόταν μέ αὐταπάρνηση καί μέ αὐτοθυσία».
157. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτου Χίου Χρυσοστόμου, σελ. 17: «…ἔχων μίαν ἐπιπρόσθετον ἱκανότητα νά ἐκλέγῃ τούς καταλλήλους συνεργάτας του».
158. Καδῆ Χ., ὅ.π., σελ. 187: «Δέν λησμονοῦμεν, ἀδελφέ, ὅτι ὡς ἱεροφάντης καί ἐθναπόστολος μυστικῶς ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς ʺἈπόστολος Βαρνάβαςʺ ἐνέπνεες, ἐφλόγιζες καί ἐχάλκευες τάς καρδίας καί τάς ψυχάς ὅσων ἐκλήθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ νά γίνουν οἱ ὁδηγοί τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀρετῆς καί τοῦ καθήκοντος. Νά γίνουν οἱ προστάται τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος, οἱ φρουροί τοῦ σκληρῶς ἀγωνιζομένου ὑπέρ τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως τῆς ἐλευθερίας του κυπριακοῦ λαοῦ».
159. Γιά τούς καρπούς τῆς ἐπιλογῆς αὐτῆς τοῦ Μακαριωτάτου Προκαθημένου τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας, μαθαίνουμε ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ διαδόχου του Μακαρίου Γ΄ πρός τή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 13 Ἰουνίου 1951: «Μετ᾽ ἰδιαιτέρας χαρᾶς πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀπό διετίας ἱδρυθεῖσα Ἱερατική Σχολή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου λειτουργεῖ κατά τρόπον λίαν ἱκανοποιητικόν καί πολλά τά καλά προσδοκῶμεν ἐκ ταύτης διά τήν καθ᾽ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν».
160. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Διονυσίου Τρίκκης: «2 Ἰουνίου 1955… ἡ Κύπρος οὐδέποτε λησμονεῖ τόν τόσον καλόν Διευθυντήν τῆς Ἱερατικῆς αὐτῆς Σχολῆς, εὐφήμως καί εὐγνωμόνως πάντοτε ποιουμένη μνείαν τῆς μορφώσεως αὐτοῦ καί τῆς ἀρετῆς».
τους155, καί τούς ἱερεῖς156, καί τούς ποιμαινομένους ὠθοῦσε νά γίνουν συνεργάτες του σέ ὁποιοδήποτε ἐκκλησιαστικό ἔργο, τό ὁποῖο ἐκεῖνος ἀναλάμβανε νά διευθύνει157. Ὁ Γεννάδιος Σαλαμῖνος, στήν ἐνθρόνιση τοῦ Διονυσίου ὡς Μητροπολίτη Λήμνου τόν χαρακτήρισε «ἱεροφάντη καί ἐθναπόστολο»158 στό ἔργο τῆς διαπαιδαγώγησης τῶν ἱερέων τῆς Κύπρου159. Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Μακαρίου Γ΄, πού ἀποκαλεῖ τόν Διονύσιο «λίαν ἀγαπητό καί περισπούδαστο ἀδελφό», ἀξέχαστη θά μείνει γιά πάντα στήν Κύπρο ἡ προσωπικότητα τοῦ πρώτου Διευθυντῆ τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς160 καί θά θεωρεῖ λάθος του,
48
161. Καδῆ Χ., ὅ.π., ἐπιστολή τοῦ Σαλαμῖνος Γενναδίου πρός τό Διονύσιο, τότε Λήμνου, σελ. 233: «Ἰδιαιτέρως ὁ Μακαριώτατος σᾶς ἀγαπᾷ πολύ καί, ὁσάκις ὁμιλοῦμεν διά σᾶς, εὑρίσκει μέγα λάθος του πού δέν σᾶς ἐπρότεινε νά γίνετε ἐδῶ Ἐπίσκοπος καί νά συνεχίσετε νά διευθύνετε τήν Ἱερατικήν Σχολήν».
162. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, ἐπιστολή Μακαρίου Κύπρου: «4 Ἰουλίου 1957. … «Συγκινεῖ ἡμᾶς βαθύτατα τό ζωηρόν ἐνδιαφέρον καί αἱ συνεχιζόμεναι ὑπέρ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἀδιάλειπτοι ἐκδηλώσεις τῆς Ὑμετέρας ἀγάπης, τῆς ὁποίας τήν σοβαράν συμβολήν εἰς τήν ὅλην ὑπόθεσιν εἴχομεν ἐπανειλημμένως τήν εὐκαιρίαν νά διαπιστώσωμεν καί ἐκτιμήσωμεν. Ἐπί τούτοις εὐχαριστοῦμεν καί αὖθις τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα διά τάς ἐξαιρετικάς ὑπηρεσίας, τάς ὁποίας ὑπό τήν ἰδιότητά της ὡς Ἀντιπροέδρου τῆς Πανελληνίου Ἐπιτροπῆς Αὐτοδιαθέσεως Κύπρου προσέφερεν εἰς τήν κοινήν ὑπόθεσιν καί διαβεβαιοῦμεν αὐτήν ὅτι τό ὄνομά της συνεδέθη ἤδη ἀρρήκτως μέ τήν Κυπριακήν ὑπόθεσιν». 163. Τήν 10ην Μαΐου 1956 ὁ Γραμματέας τῆς Ἐθναρχίας Κύπρου κ. Κρανιδιώτης θά τοῦ γράψει: «… νά διαβεβαιώσῳ Ὑμᾶς περί τῆς ἐξαιρετικῆς χαρᾶς καί ἱκανοποιήσεως μεθ᾽ ἧς ἐγένετο δεκτἠ ἡ ἀνάδειξις Ὑμῶν εἰς τήν θέσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Πανελληνίου Ἐπιτροπῆς Ἑνώσεως Κύπρου. Οἱ παλαιοί δεσμοί οἵτινες συνδέουν τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα μετά τῆς Κύπρου ἐν συνδυασμῷ μετά τοῦ ἐγνωσμένου πατριωτισμοῦ Ὑμῶν ἀποτελοῦν ἐγγύησιν διά τήν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τό ὁποῖον λίαν ἐπαξίως ἔχει ἀνατεθῆ εἰς Ὑμᾶς. Ἀναμένομεν ἔντασιν τῆς δραστηριότητος τῆς Π.Ε.Ε.Κ. καί εὐόδωσιν τῶν προσπαθειῶν αὐτῆς» (Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου).
164. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου: «Σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, Ἥ τε Αὐτοῦ Μακαριότης, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καί οἱ περί Αὐτόν Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί σύνεδροι, κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 20ης τρέχοντος μηνός, διά λόγων ἐπαινετικῶν ἐξεφράσθησαν περί τῆς ὑμετέρας ἀγαπητῆς Σεβασμιότητος, ἐκτιμήσαντες τάς πρός τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Πατρίδα ἡμῶν προσφερθείσας καί προσφερομένας ὑπηρεσίας, ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἐπιτροπῆς Ἑνώσεως τῆς μαρτυρικῆς Μεγαλονήσου Κύπρου, μετά τῆς ἐνδόξου Μητρός Ἑλλάδος. Ὁμόφωνος δ᾽ ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασις, ἵνα ἡ Ἱερά Σύνοδος δι᾽ ἐγγράφου αὐτῆς συγχαρῇ καί τόν δίκαιον ὑμῖν ἀπονείμῃ ἔπαινον τῆς Ἐκκλησίας διά τάς εἰρημένας Ἐθνικάς ὑμῶν ὑπηρεσίας».
165. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, ἡ ἐπιστολή πρός τόν Σαλαμῖνος Γεννάδιο 7 Δεκεμβρίου 1956 (Ἀριθμ. Πρωτ. 1997/56): «.. Ἄλλο ζήτημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἀνεργία τῶν Κυπρίων πού ἔχουν καταφύγει ἐνταῦθα. Καταφθάνουν πάρα πολλοί. Ὅλοι δέ παρουσιάζονται ὡς ἀπελαθέντες ἐκ Κύπρου ἤ καταδιωκόμενοι τῶν ἄγγλων. Ζητοῦν ἐργασίαν. Φροντίζομεν, ἀλλ᾽ εἶναι πολύ δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις τοιαύτης. Τούς ἐνισχύομεν ἀλλά καί τοῦτο εἶναι δύσκολον διότι θά πρέπῃ ἡ Π.Ε.Α.Κ. νά καταλήξῃ εἰς φιλόπτωχον ταμεῖον. Θά πρέπῃ νομίζομεν νά ἔχωμεν ἕνα κατάλογον τῶν καταδιωκομένων καί
πού δέν φρόντισε ἐγκαίρως, κάνοντας τόν Διονύσιο Ἐπίσκοπο, νά τόν κρατήσει γιά πάντα στήν Κύπρο161. Δέν θά κοποῦν ὅμως ποτέ αυτοί οἱ «ἱεροί δεσμοί» τοῦ Διονυσίου μέ τήν Κύπρο162. Τή 1η Μαΐου 1956 ἀναλαμβάνει τήν ἀντιπροεδρία τῆς Π.Ε.Ε.Κ.163 καί ἤδη τήν 22 Ἰουνίου 1956 ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συγχαίρει γιά τό ἔργο του164, στό ὁποῖο εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί νά λύσει πολλαπλά προβλήματα165.
49
ἀπελαθέντων Κυπρίων καί τήν ἐντολήν σας νά βοηθῶμεν μ᾽ ἕνα μικρόν ποσόν αὐτούς. Ἔτσι θά βοηθοῦνται ἐκεῖνοι πού πρέπει, οἱ δέ ἄλλοι… Τήν περίθαλψιν τῶν ἀσθενῶν Κυπρίων τήν ἔχομεν ἄριστα ὀργανώσει. …»
166. Καδῆ Χ., ὅ.π., σελ. 187: «… διά σέ θά ἠμποροῦσεν ἀδιστάκτως νά λεχθῇ ὅτι δέν ἐπεδίωξες τό μέγα τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα, ἀλλ᾿ ὑπῆρξες ὁ καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καί ὁ Ἀαρών».
167. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ὅ.π., σελ. 32: «Ὅταν ἔλαβε τό μήνυμα τῆς ἐκλογῆς του ὡς μητροπολίτου, ἔμεινε κατάπληκτος. Ἐθεώρει τήν τιμήν αὐτήν τόσον ὑπερβολικήν δι᾿ αὐτόν. Ὅταν δέ, κληθείς νά ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, εἰς τό ἀεροδρόμιον ὅπου τόν ὑπεδέχθη ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος καί ἀληθής χριστιανός Δημήτριος Μουτσούλας τόν προσεφώνησε ʺθεοφιλέστατεʺ, ἐκεῖνος ἀπεσβολώθη. ″Σᾶς παρακαλῶ… μή λέτε τέτοια πράγματα! Ἴσως νά πρόκειται περί κάποιου λάθους...″».
168. Καδῆ Χ., ὅ.π., σελ. 382.
169. Ἀπό τό 1912 ἕως τόν Αὔγουστο τοῦ 1948, Μητροπολίτης Λήμνου ἦταν ὁ Στέφανος, ἐπί τοῦ ὁποίου ἡ πνευματική ζωή τοῦ νησιοῦ εἶχε πολύ περιορισμένο χαρακτήρα: λιγοστό τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, ἀνύπαρκτα τά Κατηχητικά Σχολεῖα καί οἱ πνευματικοί κύκλοι. Μετά τό θάνατό του ἡ πνευματική κατάσταση στό νησί χειροτέρευσε ἀκόμη περισσότερο. Τοποτηρητής τῆς Μητροπόλεως ὁρίζεται ὁ τότε γηραιός Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος Γκιγκίλας, μέ πολυσχεδές πνευματικό ἔργο στή Μυτιλήνη, ἀλλά μέ προβλήματα ὑγείας. Ἐπιπλέον ὑπῆρχαν πολλά προβλήματα στή συγκοινωνία Μυτιλήνης καί Λήμνου. Ἔτσι ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1948 ἕως τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1950 ἡ Λῆμνος ἔβλεπε τόν πνευματικό της Πατέρα μία ἤ δύο φορές τό χρόνο γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν. Τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου ἦταν πλέον ἀνύπαρκτο, ἡ Ἱερά Μητρόπολη κατευθυνόταν ἀπό ἕναν διορισμένο ὑπάλληλο καί ἀπό ἱερεῖς ἀγράμματους. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1950 Μητροπολίτης Λήμνου ἐκλέγεται ὁ λόγιος ἐπίσκοπος Βασίλειος Ἀτέσης ὁ ὁποῖος, ἐνῶ ἦταν ἄνθρωπος μέ διάθεση
Ὁ Σαλαμῖνος Γεννάδιος στήν προσφώνησή του κατά τή χειροτονία τοῦ Διονυσίου σέ Ἐπίσκοπο μαρτύρησε γιά αὐτόν, ὅτι δέν ἐπιθυμοῦσε τήν ἀρχιερωσύνη166 καί οὔτε, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Κ. Κούρκουλας, θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄξιο τέτοιας τιμῆς καί ἐμπιστοσύνης167, ὅμως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων αὐτόν πρότεινε γιά τή Μητρόπολη Λήμνου καί Ἁγίου Εὐστρατίου στίς ἐκλογές τοῦ 1951. Ὅταν οἱ συνοδικοί ἀρχιερεῖς, ἦταν τότε δώδεκα, ἀντέτειναν ὅτι δέν τόν γνωρίζουν, ὁ Ναυπακτίας Χριστοφόρος ἔκανε εἰσήγηση περί τοῦ ἠθικοῦ βίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Διονυσίου Χαραλάμπους, τόν ὁποῖο εἶχε ὡς ἱεροκήρυκα στή Μητρόπολή του, μέ ἀποτέλεσμα νά λάβει καί τίς δώδεκα ψήφους168. Ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε τήν 21η Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου. Ἤδη ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες ὁ Διονύσιος κατατοπίζεται γιά ὅλα τά θέματα πού εἶχαν σχέση μέ τή δικαιοδοσία του ὡς Μητροπολίτη. Σύμφωνα μέ τόν Π. Πυρόμαγλου169, τοῦ τότε δασκάλου στό Λύκειο Μύρινας,
7. Ἡ δράση του στή Λῆμνο
50
νά ἐργαστεῖ, μέ πρόγραμμα καί ὁραματισμούς, μόλις ἀντιλήφθηκε τήν ἔλλειψη πνευματικῶν στελεχῶν γιά ποιμαντική δράση, ἔχασε τόν ἐνθουσιασμό του. Ὅλοι οἱ ἱερεῖς ἦταν προχωρημένης ἡλικίας καί ἡ μόρφωσή τους μηδαμινή. Οἱ προσπάθειες πού καταβλήθηκαν γιά ἱερατικές συνάξεις, μέ σκοπό τόν καταρτισμό τῶν ποιμένων τοῦ λαοῦ γιά ἕνα ἐλπιδοφόρο ξεκίνημα, δέν ἔφεραν ἀποτελέσματα. Ἐπίσης εἶδε ὅτι οἱ δυνατότητες ἦταν περιορισμένες, διότι ἡ Μητρόπολη δέν εἶχε οἰκονομική εὐρωστία. Ἀπογοητευμένος καί συναισθανόμενος τήν ἀδυναμία του γιά τή δημιουργία μιᾶς πνευματικῆς κίνησης στή Λῆμνο ὁ Μητροπολίτης Βασίλειος ὑπέβαλε στή Σύνοδο τήν παραίτησή του. Ἡ Μητρόπολη Λήμνου ἐπέστρεψε στήν προτέρα της κατάσταση τῆς χηρεύουσας, μέ τοποτηρητή τόν Μυτιλήνης Ἰάκωβο, μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Διονυσίου στή Λῆμνο, τό Νοέμβριο τοῦ 1951. (Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ π. Εἰρηναίου, νομικοῦ - θεολόγου καί ὑποψήφιου διδάκτορα Δημοσίου Δικαίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀλληλογραφία μέ τόν Δάσκαλο Λυκείου Μύρινας Λήμνου, κ. Π. Πυρόμαγλου, ἐπιστολή ἀπό 26.01.1998). 170. Προσωπικό ἀρχεῖο Μητροπολίτη Διονυσίου, ἀπόκομμα ἀπό τήν ἐφημερίδα «Λῆμνος», 31.08.1952, στήλη Γεγονότα καί σχόλια: «Εὐπρεπίζεται ὁ περίβολος τῆς Μητροπόλεως διά νά ἀποβῇ ἡ εὐρεία περιοχή του ὑποδειγματικός ἀνθόκηπος καί δενδρόκηπος. Μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας ἐπεκράτει ἐν αὐτῇ μία ἀπαράδεκτος κατάστασις. Ὁ θαυμάσιος αὐτός χῶρος εἶχε καταντήσει μάνδρα κυριολεκτικῶς ἀπό τήν ὁποίαν δέν ἔλειπαν ὅλων τῶν εἰδῶν τά ζῶα…».
171..Προσωπικό ἀρχεῖο Μητροπολίτη Διονυσίου, Ἐπιστολή συμβολαιογράφου Παπουτσιδάκη: «31.03.1959. Σεβασμιώτατε, … ἐδῶ, ὅπου ὕστερα ἀπό κόπους καί μόχθους πολλούς μέρα καί νύχτα, ὕστερα ἀπό πικρίες καί θλίψεις ἀρκετές, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχατε ἐπιτύχει νά στρέψετε τό νοῦ καί τή καρδιά τῶν Χριστιανῶν πρός τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Τήν ἀδιαφορία, πού ἐπικρατοῦσε πρίν νά ἀνέλθετε στό θρόνο τῆς Μητροπόλεώς μας, ἐπετύχατε μέ τήν ὑπομονή καί τήν ἐπιμονή σας νά τήν διαδεχθῇ ὁ ζῆλος καί τό ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἐκκλησία».
172.. Ἡ Ἐπαρχία Λήμνου περιλάμβανε τότε τό Δῆμο Κάστρου καί 32 Κοινότητες.
173. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ π. Εἰρηναίου, νομικοῦ - θεολόγου καί ὑποψήφιου διδάκτορα Δημοσίου Δικαίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀλληλογραφία μέ τόν Δάσκαλο Λυκείου Μύρινας Λήμνου, κ. Π. Πυρόμαγλου, Ἐπιστολή ἀπό 26.01.1998: «Ἔλεγεν πάντοτε: ″Οἱ ἱερεῖς πού θά καλύπτουν τά κενά θά πρέπει νά εἶναι ἤ νά μήν εἶναι. Πρέπει νά εἶναι οἱ πραγματικοί πρεσβευτές τοῦ λαοῦ πρός τόν Θεόν. Ἡ ἱερωσύνη δέν εἶναι ἐπάγγελμα, ἀλλά ὑπούργημα".»
τό ποιμαντορικό ἔργο τοῦ Διονυσίου στή Λῆμνο ἦταν νά ξεκινήσει οὐσιαστικά ἀπό τό μηδέν ἀλλά σύντομα μετέβαλε τήν ἐρημιά170 καί τήν ἀδιαφορία σέ ἄνθηση καί ζῆλο171.
..........Κλῆρος. Ἡ δημιουργία τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ νησιοῦ ἔπρεπε νά στηριχθεῖ στή συνεργασία τοῦ Μητροπολίτη μέ τόν κλῆρο τῆς Μητροπόλεως, ὅμως οἱ ἱερεῖς ἐγκατέλειπαν τή ζωή ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο λόγω γήρατος. Ἑπομένως τό φλέγον ζήτημα ἦταν ἡ πλήρωση τῶν κενῶν θέσεων τῶν ἱερέων172, ἀλλά στήν ἐπιλογή τῶν ὑποψηφίων γιά τούς ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεώς του ὁ Διονύσιος δέν ἦταν εὔκολος173. Ἡ ἀξία τοῦ ἱερέα γιά ἐκεῖνον βρισκόταν στό ἦθος
51
174. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ π. Εἰρηναίου, ὅ.π., Ἐπιστολή ἀπό 26.01.1998: «Τήν πρώτη του ἐπίσκεψη, γιά γνωριμία, τήν ἔκανε στό Γυμνάσιο Λήμνου. Κατά τήν ὁμιλία του πρός τήν μαθητιώσα νεολαία, μεταξύ των ἄλλων εἶπε: ″Μέσα ἀπό αὐτόν τόν χῶρον θά βγοῦν οἱ αὐριανοί ἐπιστήμονες, οἱ αὐριανοί κρατικοί λειτουργοί, οἱ αὐριανοί Δήμαρχοι καί Πρόεδροι Κοινοτήτων, τά ἱκανά στελέχη συλλόγων καί οἱ χρηστοί πολίτες. Ἀγαπητά μου παιδιά, μέσα σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο ἔχει καί ἡ Ἐκκλησία τό μερίδιόν της″.»
175. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Δ/ντοῦ Ἱερατικοῦ Φροντιστηρίου Τήνου, σελ. 42: «Τούς ἔπαιρνε ἀπό νεαρούς, τούς εἶχε οἰκοτρόφους καί συγχρόνως βοηθούς στό ἔργο του. Δέν τούς ἔτρεφε μόνον… Τούς ἐσπούδαζε, τούς ἐπάνδρευε, τούς εὕρισκε σπίτι καί ἐπί πλέον κάθε τόσο τούς ρωτοῦσε: ″μήπως σᾶς λείπει τίποτε, μήπως θέλετε τίποτε ἄλλο;″ Αὐτός πού εἶχε γράψει τό ″Προσκλητήριο″, εἶχε κάμει τη ζωή του ἕνα ἔμπρακτο προσκλητήριο γιά τήν ἱερωσύνη». 176. Τό σχέδιό του ὅμως γιά τή δημιουργία μαθητικοῦ Οἰκοτροφείου, γιά διατροφή καί στέγαση τῶν μαθητῶν ἀπό τά χωριά, ἔμεινε ἀπραγματοποίητο, λόγῳ τῆς ξαφνικῆς μετάθεσής του στή Μητρόπολη Τρικάλων.
177.. Ἐφημερίδα «Ἔρευνα», ἀπό 8.03.1959, ἄρθρο Ὁ νέος Μητροπολίτης: «Ἀπό περιοδικόν τῶν Ἀθηνῶν μανθάνομεν ὅτι διοργάνωσεν εἰς τήν ἐπαρχίαν του 16 δανειστικάς βιβλιοθήκας διά τήν πρωτεύουσαν καί τά χωρία τῆς Λήμνου μέ 2.230 τόμους χριστιανικῶν καί ἐν γένει μορφωτικῶν βιβλίων».
παρά στή μόρφωση. Ἀποφάσισε νά διαπαιδαγωγήσει ὁ ἴδιος μία καινούρια γενιά κληρικῶν174 καί τούς φρόντιζε μέ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια175. Φροντίδα τῆς νεότητας. Ὁ Μητροπολίτης ὀργανώνει Κατηχητικά Σχολεῖα, Ἀνώτερα – Μέσα – Κατώτερα. Βρίσκεται σέ ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τή μαθητιώσα νεολαία, πληροφορεῖται μέ ἐπιμέλεια σχετικά μέ τά προτερήματα καί τίς ἀδυναμίες τῶν νέων. Καλεῖ δασκάλους καί καθηγητές μέ χριστιανικές ἀρχές ἀπό τήν Ἀθήνα, γιά νά τόν βοηθήσουν στό ἔργο. Ὁ ἴδιος καί οἱ δύο βοηθοί του, οἱ Ἀρχιμανδρίτες Θεολόγος καί Πολύκαρπος, ξόδευαν τούς μισθούς τους γιά τίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου, ἐνῶ παράλληλα βοηθοῦσαν οἰκονομικά ἄπορους σπουδαστές νά ἀποπερατώσουν τίς σπουδές τους176. Τά ἀπογεύματα τῶν Κυριακῶν στόν Καθεδρικό Ναό γίνονταν συγκεντρώσεις γονέων, στίς ὁποῖες ὁ Μητροπολίτης μιλοῦσε γιά τόν ρόλο τῆς οἰκογένειας στή διαμόρφωση τῆς χρηστῆς κοινωνίας. Ὀργανώνει Κύκλους μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Κάθε Κυριακή γινόταν τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, μέ ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἡμέρας ἤ τῶν Ἀποστολικῶν περικοπῶν. Χάρη στόν Μητροπολίτη ἡ Λῆμνος καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση στήν κυκλοφορία τοῦ χριστιανικοῦ βιβλίου ἀναλογικά μέ τόν πληθυσμό της. Σέ ὅλες τίς ἐνορίες λειτουργοῦν δανειστικές βιβλιοθῆκες χριστιανικοῦ βιβλίου177.
52
178. Βλ. Παράρτημα, σελ. 305-306, Ἔκθεσις τῶν πεπραγμένων. 179. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου (μέ ἐπιστολόχαρτο τῆς Π.Ε.Α.Κ. μέ ἀριθμ. πρωτ. 1481/56). Ἐπιστολή μέ ἡμερομηνία 18.10.1956, πρός τόν Σαλαμῖνος Γεννάδιο: «Τό ἔργον τῆς διαφωτίσεως ἔχει φθάσει εἰς τό ζενίθ του. Τόνοι διαφωτιστικοῦ ὑλικοῦ φορτώνονται καθ᾽ ἑκάστην δι᾽ ὅλας τάς χώρας τοῦ κόσμου. Παντοῦ δέ λειτουργοῦν ἐπιτροπαί μας καί θέτουσι τοῦτο εἰς κυκλοφορίαν. Καί συγχρόνως χιλιάδες ἐπιστολαί μέ ὑλικόν ἀποστέλλονται πρός προσωπικότητας πολιτικάς καί περιοδικά καί ἐφημερίδας. Γίνεται τό πᾶν διά νά ἐξυπνήσῃ ὁ κόσμος ὁ ἔξω καί ταχθῇ ἀνεπιφυλάκτως ὑπέρ τοῦ δικαιοτάτου αἰτήματος τῆς Κύπρου».
180. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, ἡ Ἐπιστολή τοῦ Μακαρίου Γ΄ ἀπό τήν 4η Ἰουλίου 1957: «Συγκινεῖ ἡμᾶς βαθύτατα τό ζωηρόν ἐνδιαφέρον καί αἱ συνεχιζόμεναι ὑπέρ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἀδιάλειπτοι ἐκδηλώσεις τῆς Ὑμετέρας ἀγάπης, τῆς ὁποίας τήν σοβαράν συμβολήν εἰς τήν ὅλην ὑπόθεσιν εἴχομεν ἐπανειλημμένως τήν εὐκαιρίαν νά διαπιστώσωμεν καί ἐκτιμήσωμεν. Ἐπί τούτοις εὐχαριστοῦμεν καί αὖθις τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα διά τάς ἐξαιρετικάς ὑπηρεσίας, τάς ὁποίας ὑπό τήν ἰδιότητά της ὡς Ἀντιπροέδρου τῆς Πανελληνίου Ἐπιτροπῆς Αὐτοδιαθέσεως Κύπρου προσέφερεν εἰς τήν κοινήν ὑπόθεσιν καί διαβεβαιοῦμεν αὐτήν ὅτι τό ὄνομά της συνεδέθη ἤδη ἀρρήκτως μέ τήν Κυπριακήν ὑπόθεσιν».
Τό Φιλανθρωπικό Ταμεῖο. Μέ τήν ἔλευση τοῦ Διονυσίου ἄρχισε τίς ἐργασίες του τό Φιλανθρωπικό Ταμεῖο, πού δέν ὑπῆρχε πρίν καί παράλληλα ὁ Μητροπολίτης ἱδρύει τό Σωματεῖο «Ὁ Καλός Σαμαρείτης», στό ὁποῖο προεδρεύει ὁ ἴδιος. Ἀλλά οἱ ἀνάγκες ἦταν τόσες πολλές, πού δέν μποροῦσαν νά θεραπευτοῦν μέσα στήν κλειστή κοινωνία τῆς Λήμνου. Ὁ Διονύσιος ζητᾶ τή βοήθεια ἀπό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν καί ἡ Λῆμνος ἀρχίζει νά δέχεται τρόφιμα καί ἱματισμό, πού θεράπευσαν ἀνάγκες πολλῶν οἰκογενειῶν. Μέριμνα νοσοκομείου. Ἰδιαίτερη μέριμνά του ἦταν τό γενικό νοσοκομεῖο τῆς Λήμνου. Πέρα ἀπό τήν εὕρεση πόρων γιά τή συντήρησή του, πού ὡς νομικό πρόσωπο ἰδιωτικοῦ δικαίου λειτουργοῦσε μέ ἰδίους πόρους καί εἶχε τόν Μητροπολίτη ὡς πρόεδρο καί καθαυτό διοικητή, μαζί μέ τήν ἀδελφότητα, ἔδινε συμβουλές στούς γιατρούς καί στό νοσηλευτικό προσωπικό. Τό κύριο ὅμως ἔργο του ἦταν μέ τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους ἐπισκεπτόταν ἕναν - ἕναν καί παρηγοροῦσε καί στήριζε μέ τόν λόγο του καί μέ κάθε τρόπο. Καθήκοντα ἀντιπροέδρου τῆς Π.Ε.Α.Κ. Τά ἀντίγραφα τῆς «Ἐκθέσεως τῶν πεπραγμένων» στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Μητροπολίτη δείχνουν τό συστηματικό καί μελετημένο ποιμαντορικό του ἔργο178, μέ ἐμφανή διαφορά (στή λιγότερη δράση) του μέχρι τό 1957, πού ἐξηγεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἐκτός ἀπό τά καθήκοντα τοῦ Μητροπολίτη Λήμνου, ὁ Διονύσιος παράλληλα ἦταν ἐπιφορτισμένος μέ τά καθήκοντα τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς Π.Ε.Α.Κ.179 Δέν θά σταματήσει ποτέ νά λαμβάνει μέρος στίς ὑποθέσεις τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος180, ὅμως ἡ ἀγωνία του ὡς Ποιμενάρχη, πού βρίσκεται μακριά ἀπό τό ποίμνιο, τόν ὠθοῦν νά ἀποστείλει 12 Δεκεμβρίου 1956 ἐπιστολή πρός τόν Ἀθηνῶν Σπυρίδωνα,
53
181.. Ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου, ἡ Ἐπιστολή πρός τόν Ἀθηνῶν Σπυρίδωνα (Ἀριθ. Πρωτ. 2034/56): «Μακαριώτατε, Τό στάδιον τῆς ἐντόνου διαφωτιστικῆς προσπαθείας ἐπί τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως φρονῶ ὅτι ἔληξεν. Ἐξεδόθησαν τόσα πολλά διαφωτιστικά ἔντυπα. Ἐκαλύφθησαν ὑπερεκπερισσοῦ πᾶσαι αἱ πλευραί τοῦ ζητήματος. Δέν ἔμεινε Χώρα εἰς τήν ὁποίαν νά μήν ἔχουν φθάσει τά ποικίλα ἔντυπά μας. Καί αἱ δι᾽ ἐπιστολῶν ἐπαφαί μας μετά διαφόρων προσωπικοτήτων ὑπῆρξαν πολλαί καί ἀποδοτικαί. … Τό Κυπριακόν ὅμως, ὡς δεικνύουν τά πράγματα, θά ἀργήσῃ νά εὕρῃ τήν δικαίαν του λύσιν. Θά διέλθῃ φαίνεται διά πολλῶν σταδίων καί θά χρειασθῇ ἀσφαλῶς μόνιμος βοηθός τῆς Ὑμετ. Μακαριότητος. Ἐπειδή δέ ἐγώ δέν δύναμαι ἐπί πολύ νά εὑρίσκωμαι μακράν τῆς Μητροπόλεώς μου, διά τοῦτο παρακαλῶ τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα νά μέ ἀντικαταστήσῃ μέ τινα ἄλλον, εἰς τόν ὁποῖον νά παραδώσω τήν ὑπηρεσίαν καί νά κατατοπίσω αὐτόν, μέχρι τῆς Τετάρτης, ἡμέρας τῆς ἀναχωρήσεώς μου εἰς τήν Ἐπαρχίαν μου, ἵνα διέλθω τάς μεγάλας ἑορτάς μετά τῶν χριστιανῶν μου».
182. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ ἀρχιμ. Ἠλία Μαστρογιαννοπούλου, Λῆμνος, ἕνα νησί…, σελ. 38.
183.. Ὅ.π., σελ. 39.
184.. Ὅ.π., σελ. 40.
185.. Ὅ.π., σελ. 42. 186 Ὅ.π., σελ. 43.
μέ τήν παράκληση νά ἐπιστρέψει στίς ποιμαντορικές του εὐθύνες181. Ὁ ἀποστολικός τρόπος ζωῆς. Τό πρόγραμμα τῆς ζωῆς στή Μητρόπολη Λήμνου στούς αὐτόπτες μάρτυρες «θύμιζε τό ἀποστολικό δρομολόγιο τοῦ πρώτου αἰῶνος μ.Χ. "Ἦσαν δέ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς"»182. Ἡ μέρα ξεκινοῦσε μέ τήν προσευχή, ἡ ὁποία ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ἐργασία, «ἦταν σάν μιά συνέχεια καί ἐφαρμογή ἐκείνης. Σύμφωνα μέ τά ἀρχαῖα μοναστικά προγράμματα εἶχε τρεῖς κύριες φάσεις: ὑπηρεσία στό γραφεῖο, ἐργασία στόν κῆπο, μελέτη καί συγγραφή»183. Τά γεύματα στήν Ἐπισκοπή γίνονταν καί πάλι σύμφωνα μέ τό κοινοβιακό τυπικό καί «θύμιζαν τό ὁμοθυμαδόν τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῶν Πράξεων»184. Ἔτσι ἡ Μητρόπολη λειτουργοῦσε ὄχι ὡς ἕνα διοικητικό κέντρο, ἀλλά ὡς κοινόβιο, μέ τίς τρεῖς βασικές πλευρές πού τό χαρακτήριζαν: «Μοναστῆρι, σάν τόπος ἀσκήσεως καί προσευχῆς, Ἀδελφότης, σάν τόπος ἀγάπης καί ἀδελφοσύνης, Φροντιστήριο, σάν τόπος ποιμαντικῆς καί ἱεραποστολικῆς ἐκπαιδεύσεως»185. Ἐπρόκειτο γιά «ἕνα πολίτευμα πού ἦταν διαποτισμένο ἀβίαστα, μά βαθιά, ἀπό τό εὐαγγελικό καί ἀποστολικό πνεῦμα»186. Τό ἄλλο, μέ τό ὁποῖο ξεχώριζε ἡ Μητρόπολη, ἦταν ἡ φιλοξενία. «Ἦταν κάτι τόσο φυσικό καί αὐθόρμητο ἡ μεγάλη αὐτή εὐαγγελική ἀρετή». Οἱ ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως ἤξεραν ὅτι, ἐάν βρεθοῦν γιά δουλειές στό Κάστρο,
54
187.. Ὅ.π., σελ. 41.
188. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 56: «ἐγένετο Τρίκκης καί Σταγῶν διά μεταθέσεως, σύστημα ὅπερ μετά θέρμης ἐπολέμησε. Αἱ βαρεῖαι κρίσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐναντίον τοῦ μεταθετοῦ τῶν Ἀρχιερέων (ὅταν ἔλαβεν ἀφορμήν νά μελετήσῃ τοῦτο καί νά ἐμβαθύνῃ εἰς αὐτό) ἐνεποίησαν αὐτῷ μεγίστην ἐντύπωσιν».
189. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 127: «Ἀπό τούς ἰδιαζόντως ἀγαπητούς μου Λημνίους, τούς ὁποίους, ἐνῷ ἀληθῶς ἠγάπων καί ἤθελον ἐφ᾿ ὅρου ζωῆς νά μένω ποιμενάρχης καί στοργικός των πατήρ, παρασυρθείς, δυστυχῶς, ἀπό τό ρεῦμα τοῦ ἰσχύοντος μεταθετοῦ, χωρίς οὐδένα σοβαρόν λόγον, ἐγκατέλειψα καί ἐγενόμην οὕτω πρόξενος λύπης εἰς αὐτούς καί πικρίας, ἴσως δέ καί σκανδαλισμοῦ, ζητῶ συγγνώμην. "Ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διά παντός"». 190. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 57: «Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ ἀπό τῆς μιᾶς Μητροπόλεως εἰς τήν ἄλλην, ἡ μετά τόσης ἀφελότητος, ὅσον καί ἁγνότητος, γενομένη δεκτή παρ᾿ αὐτοῦ ἐξ ἑνός, καί τό μέγα θέμα ἐξ ἑτέρου, τοῦ διαβληθέντος ἤθους τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, συνετάραττον τήν ἐσωτερικήν τοῦ ψυχικοῦ του κόσμου ἠρεμίαν καί γαλήνην καί ἐκράτουν αὐτόν εἰς μίαν διηνεκῆ ἀγωνίαν».
191. Προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου: «14.12.1959. Ἀγαπητέ μοι κ. Καραβία, … Καυχώμενος ἐν Κυρίῳ δύναμαι νά εἴπω, ὅτι ἐάν ἡ Μητρόπολις Λήμνου δέν κατηργήθη, συνετέλεσα οὐκ ὀλίγον καί ἐγώ. Καί εἰς τόν Πατριάρχην ἔγραψα καί εἰς τά Ὑπουργεῖα ἔτρεξα καί εἰς τήν Σύνοδον ὡμίλησα».
............μποροῦσαν νά καταφύγουν στό σπίτι τοῦ Μητροπολίτη ὅπου θά τούς παρεχόταν ὅ,τι χρειάζονταν. Ἐπίσης «τό ἀκούραστο πνεῦμα του ὠργάνωσε μιά οἰκουμενική φιλοξενία». Ἔτσι συχνά φοιτητές ἀπό τήν Οὐγκάντα καί τήν Κορέα βρίσκονταν στή Μητρόπολη Λήμνου. «Ἦταν μιά γερή πρωτοτυπία»187. Τό 1959 ὅμως ἡ Σύνοδος τόν μετέθεσε στή χηρεύουσα Μητρόπολη Τρικάλων καί ἀπό Μητροπολίτης Λήμνου γίνεται Τρίκκης καί Σταγῶν188. Τό γεγονός αὐτό φαίνεται ὅτι ἔφερε βαρέως ὁ Διονύσιος σέ ὅλη του τή ζωή. Τό μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος στή διαθήκη του189 καί τό ἐπιβεβαιώνουν οἱ μαρτυρίες αὐτῶν πού τόν γνώρισαν ἀπό κοντά190. Πέρα ἀπό τήν ὀκτάχρονη ποιμαντορική δράση τοῦ Διονυσίου στή Λῆμνο, τό ἄλλο σπουδαιότερο, πού πρέπει νά σημειωθεῖ, εἶναι ὅτι χάρη στίς προσπάθειές του, ὅπως φαίνεται ἀπό μία ἐπιστολή του, ἡ Μητρόπολη Λήμνου σώθηκε ἀπό τήν κατάργηση191.

8. Τό ἔργο τοῦ Διονυσίου ὡς Μητροπολίτη Τρίκκης καί Σταγῶν
Ὁ χρονικογράφος τῆς ποιμαντικῆς δράσης στή Μητρόπολη Τρίκκης καί Σταγῶν, πρωτοπρεσβύτερος Πολύκαρπος Τύμπας, σχετικά μέ τή μετάθεση ἔγραψε τό ἑξῆς:
55
192. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 21: «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ ἐδήλωσε κατηγορηματικά, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τῆς Ἐκκλησίας καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἠναγκάσθη ἄκων νά ἐνδώσῃ. ″Ἐφ᾿ ὅσον, εἶπε, αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν δύναμαι νά κάμω διαφορετικά. Πειθαρχῶ εἰς τήν ἐντολήν τῆς Ἐκκλησίας″».
193. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 60: «Τά Ἱδρύματα τῆς Μητροπόλεως Τρίκκης καί Σταγῶν στεγάζουν γέροντας, ὀρφανά, ἀπόρους, ἀλλά παραλλήλως προικίζουν νέας, ὄχι μόνον μέ χρήματα ἀλλά καί μέ γνώσεις, σπουδάζουν νέους, δημιουργοῦν ἐπιστήμονας, βοηθοῦν εἰς τήν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιστημῶν καί τοῦ ἀνθρωπιστικοῦ πνεύματος. Εἶναι Ἱδρύματα πρωτοποριακά ὄχι μόνον εἰς τά μέσα, ἀλλά προπάντων εἰς τό πνεῦμα».
194. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 47-48: «Σφοδρή του ἀκόμη ἐπιθυμία ἦταν ἡ δημιουργία ἀναγεννημένου κλήρου καί κατέβαλε πρός τήν κατεύθυνσιν αὐτή κάθε προσπάθεια. Ἐφρόντιζε οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ χειροτονούμενοι πρεσβύτεροι νά εἶναι ″νηφάλιοι, σεμνοί, σώφρονες, ὑγιαίνοντες τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ″ (Τίτ. β΄ 2). Ὁπωσδήποτε ὁ κλῆρος τῆς θεοσώστου αὐτῆς ἐπαρχίας ἵσταται στό ὕψος του κι ἔχει συναίσθησι τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του».
195. Παπαδοπούλου Σ., Πατρολογία Β΄, σελ. 362: «Ὁ Βασίλειος προσπαθεῖ νά συνάξει τούς μοναχούς στούς κόλπους τῶν ἐπισκοπῶν καί τῶν μητροπόλεων, ἐνῶ στήν Αἴγυπτο ὁ Παχώμιος κατανοοῦσε τήν ″κοινωνία″ του κάτι σάν ἐνορία ἤ ἐπισκοπή, ἄν καί συνδεόταν μέ τούς ἐπισκόπους».
196. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 192: «Νά τρῶτε ὅλοι μαζί. Αὐτό σημαίνει οἰκογένειαν».
197.. Ὅ.π., σελ. 192: «Ἡ Μητρόπολις εἶναι τό σπίτι ὅλων μας».
«Εἶναι ὡστόσο γεγονός, ὅτι [ὁ Διονύσιος] ἠρνεῖτο ἐπιμόνως νά ἀποδεχθῇ τήν μετάθεσί του αὐτή [ἀπό τή Λῆμνο στά Τρίκαλα] καί μόνον ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ ἐδήλωσε κατηγορηματικά, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τῆς Ἐκκλησίας καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἠναγκάσθη ἄκων νά ἐνδώσῃ»192. Τρεῖς ἦταν οἱ βασικοί ἄξονες τοῦ ποιμαντορικοῦ ἔργου τοῦ Διονυσίου ὡς Τρίκκης καί Σταγῶν: α. ἡ ἀνόρθωση τοῦ κλήρου, β. ἡ θεραπεία τῆς κρίσεως τοῦ μοναχισμοῦ, γ. τό φιλανθρωπικό ἔργο καί ἡ θρησκευτική ἀναγέννηση τοῦ λαοῦ, πού χαρακτηρίζονταν ἀπό ἀνθρωπισμό καί ἐπιστημοσύνη193.

......... Ἡ ἀνόρθωση τοῦ κλήρου. Σύμφωνα καί πάλι μέ τόν πρωτοπρ. Π. Τύμπα, ὁ Διονύσιος κατάφερε τήν ἀναγέννηση τοῦ κλήρου τῆς ἐπαρχίας του, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποκτήσει ἀφοσιωμένους στά καθήκοντά τους συνεργάτες-ἱερεῖς, ἀλλά καί μεγάλωσε τή νέα γενιά τῶν κληρικῶν194, ἀφήνοντας στήν Ἐκκλησία συνεχιστές τοῦ ποιμαντικοῦ του ἔργου. Ὅπως στή Λῆμνο, ἔτσι καί στά Τρίκαλα ὁ Διονύσιος ὀργανώνει τή Μητρόπολη σέ μορφή κοινοβίου. Τό ἐπίτευγμα αὐτό τοῦ Μητροπολίτη-καλογήρου εἶναι μία συνέχεια τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, φτάνει νά θυμηθοῦμε τήν κράση Ἐπισκοπή-κοινόβιο στά ποιμαντικά ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου καί τοῦ Παχωμίου195. Γιά τόν Διονύσιο τό προσωπικό τῆς Μητροπόλεως ἦταν οἰκογένεια196 καί ἡ Μητρόπολη σπίτι197. Ἀπαραίτητη θεωροῦσε τήν ὕπαρξη τοῦ προγράμματος τῆς Μητροπόλεως καί ἔδινε σ᾿ αὐτό
56
198.. Ὅ.π., σελ. 191: «Ἡ ἐν τῇ Μητροπόλει ζωή διά νά εἶναι εὐχάριστος καί ἀποδοτική πρέπει νά εἶναι προγραμματισμένη. Χωρίς πρόγραμμα θά εἴμεθα πλοῖον χωρίς πηδάλιον ἤ πυξίδα». 199.. Ὅ.π., σελ. 191-192: Ἔγερσις πρωϊνή 5.30 Ὄρθρος 6.00 Μελέτη κατ᾿ ἰδίαν 6.30 – 7.00 Πρόγευμα – τακτοποίησις δωματίου κ.τ.λ. 7.00 – 8.00 Γραφεῖον 8.00 Ἐργασία 8.00 – 14.00 Γεῦμα καί ἀνάπαυσις 14.30 – 16.00 Ἀπογευματινή ἐργασία ἐκτός Γραφείου 16.30 – 20.30 Δεῖπνον 20.30 Ἐποικοδομητικαί συζητήσεις εἰς τήν ἐργασίαν τῆς ἡμέρας ἤ καί ἐπί ἄλλων θεμάτων κ.τ.λ. 21.00 – 22.15 Ἀπόδειπνον 22.15 – 22.30 Κατάκλισις 22.30
200. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Πατρικαί Νουθεσίαι Δ΄, σελ. 29.
201.. Ὅ.π., Β΄, σελ. 130.
202. Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου, Πατρικαί Νουθεσίαι Α΄, σελ. 39.
203.. Ὅ.π., Α΄, σελ. 10, Ὅ.π., Β΄, σελ. 45.
204.. Ὅ.π., Α΄, σελ. 87.
205.. Ὅ.π., Α΄, σελ. 56.
206. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 47: «Ἰδιαιτέρως ἠγάπησε τούς ἱερεῖς του. Μέ τά ἱερατικά συνέδρια καί τίς συχνότατες συνάξεις ἱερέων τῆς ὑπαίθρου, εὑρίσκετο πλησίον τους πάντοτε. Καρπός τῆς ἀγάπης του πρός τούς ἱερεῖς εἶναι, τόσον ὁ ″Ξενών ἱερέων″, ὅσο καί κυρίως τό ″Ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας″ τῶν κληρικῶν τῆς περιφερείας του. Σκοπός του εἶναι ἡ οἰκονομική ἐνίσχυσι τῶν τέκνων ἀπόρων ἱερέων καί γενικώτερα ἡ ἀντιμετώπισις ἐκτάκτων περιπτώσεων».
μεγάλη προσοχή198, συμπεριλαμβάνοντας καί τή φροντίδα γιά τήν πνευματική πρόοδο τοῦ κάθε μέλους της199. Κατόρθωσε τήν ἀνέγερση τοῦ Μεγάρου τῆς Μητροπόλεως, μέ βοηθητικούς χώρους καί Γραφεῖα, πού ἐξασφάλιζαν ἄνεση στήν ἐργασία, μέ τή βιβλιοθήκη καί τό μουσεῖο, ὅπου φυλάχθηκαν μέ ἀσφάλεια τά ἀρχαῖα κειμήλια200 τῶν ναῶν τῆς ἐπαρχίας201. Ἀπό τούς ἱερεῖς του ἀπαιτοῦσε ἄμεση ἐπικοινωνία202, πλήρη ἐνημέρωσή του γιά τό ἔργο τους203 καί ἀκρίβεια στήν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν του. Τακτικά ἐπισκεπτόταν τίς ἐνορίες εἴτε ὁ ἴδιος, εἴτε ἔστελνε ἐκπροσώπους, ὀργάνωνε τά ἱερατικά συνέδρια204. Δίδασκε τούς ἱερεῖς νά προπορεύονται σέ κάθε κοινωνικό ἔργο205 γιά τή βελτίωση τῆς οἰκονομικῆς κατάστασης τοῦ ποιμνίου, ταυτόχρονα δέ ὁ ἴδιος φρόντιζε τίς ὑλικές καί πνευματικές ἀνάγκες τῶν ἱερέων του206. Στοχεύοντας στήν ἀνύψωση τοῦ κύρους τῶν ἱερέων στή συνείδηση τοῦ λαοῦ,
57
207. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, ὅ.π., Β΄, σελ. 12.
208.. Ὅ.π., Γ΄, σελ. 8.
209.. Ὅ.π., Γ΄, σελ. 53.
210. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Ἀνατολικός Ὀρθόδοξος Μοναχισμός, σελ. 14: «Εἰς τάς ἡμέρας μας ... τῆς ἀποστασίας καί τῆς ὑλιστικῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς ζωῆς, καθώς καί ἄλλοι ἅγιοι καί ἱεροί θεσμοί, διέρχεται κρίσιν καί ὁ Μοναχισμός».
211. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ Διονυσίου πρός τόν Γαβριήλ Διονυσιάτη, Φιλόθεο Ζερβάκο, Ἀμφιλόχιο Μακρῆ, σελ. 223.
212. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 69: «Ὁ φιλομοναστής Διονύσιος, πού παρέμεινε μέχρι τῆς τελευταίας του πνοῆς, παρ᾿ ὅλες τίς τιμητικές διακρίσεις, ἕνας ταπεινός καί ἁπλός μοναχός».
213. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 223: «Ἐκλαυσα καί ἐθρήνησα πολύ διά τό κατάντημα τοῦτο. Προσηυχήθην καί ἐπεκαλέσθην ἀπό βάθους καρδίας τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ. Καί ἔδωκεν ὁ Θεός νά καθαρίσῃ ἡ κατάστασις».
214. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 63.
215. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 224: «Ἀλλ᾿ οἱ ἐπισκέπται, ἐσχάτως, ἕνεκα τῆς ἰδιαζούσης μεγαλειώδους φύσεως τῶν Μετεώρων καί τῶν θεοκτίστων θεαματικωτάτων Ἱ. Μονῶν, ἔχουν καταπληκτικῶς αὐξηθῆ. Κατά ἑκατοντάδας καταφθάνουν τούς θερινούς μῆνας οἱ τουρίσται καί ἐκδρομεῖς, πάσης φυλῆς καί γλώσσης, ἔστιν ὅτε καί δύσκολοι καί ἀπαιτητικοί, πρᾶγμα τό ὁποῖον κουράζει καί καταπονεῖ τούς ἀδελφούς τῶν Ἱ. Μονῶν καί τούς ἐμποδίζει, ἀπερίσπαστοι νά καταγίνωνται εἰς τήν προσευχήν καί τήν ἄσκησιν. Τοῦτο μᾶς ἀνησυχεῖ βαθύτατα. Καί εὑρισκόμεθα ἐν ἀπορίᾳ μεγάλῃ».
216. Μπαλατσούκα Σ., ὅ.π., σελ. 225: «Ἐν Τρικάλοις τῇ 22ᾳ Μαΐου1965. Πρός τούς Πανοσιολογιωτάτους Ἀρχιμανδρίτας κ.κ. α) Γαβριήλ Διονυσιάτην, Καθηγούμενον Ἱ. Μ. Ἁγίου Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους, β) Φιλόθεον Ζερβᾶκον, Καθηγούμενον Ἱ. Μ. Λογγοβάρδας, γ) Ἀμφιλόχιον Μακρῆν, Προηγούμενον Ἱ. Μ. Πάτμου … Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν θερμῶς, νά ὑποβληθῆτε εἰς τόν κόπον, χάριν τοῦ καλοῦ τοῦ Μοναχισμοῦ, τόν ὁποῖον καί ἀγαπᾶτε καί μετά ζήλου ἀσκεῖτε,
...........κέντριζε τήν προσοχή τους στήν ἐξωτερική ἐμφάνιση207, στή συμπεριφορά, στή μορφή τῆς ψυχαγωγίας πού ἐπιλέγουν, στήν ἀποφυγή τῶν χρεῶν208 καί τούς ἀπαγόρευε νά ἀναμειγνύονται στά πολιτικά209.
Ἡ θεραπεία τῆς κρίσεως τοῦ μοναχισμοῦ210. Σύμφωνα μέ τόν ἴδιο, ὁ Διονύσιος βρῆκε τό μοναχισμό τῶν Μετεώρων σέ κατάσταση «ἀποσυνθέσεως». Τά μοναστήρια «εἶχον καταστεῖ ἄντρα ἀκολασίας καί διαφθορᾶς», οἱ μοναχοί «ράκη ψυχικά καί σωματικά, κατεγίνοντο εἰς τήν ἐπαιτείαν, φορτικώτατοι γινόμενοι εἰς τούς ξένους ἐπισκέπτας»211. Ὁ φιλομόναχος ἱεράρχης212, προσευχόμενος μέ δάκρυα στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του213, «κατέβαλε κάθε προσπάθεια πρός ἀναδιοργάνωσι καί ἀναβίωσι τῶν ἱερῶν μονῶν τῆς δικαιοδοσίας του»214, ἀκολουθώντας πιστά τίς προδιαγραφές τῶν κτητόρων. Τό χαρακτηριστικό στήν προσπάθειά του γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ μοναχισμοῦ ἦταν ἡ ἀντιμετώπιση τῶν νεοφανέντων προβλημάτων215 (δηλ. προβλημάτων πού δέν ἀναφέρονται στήν Ἁγία Γραφή καί στούς Πατέρες). Ὁ Διονύσιος δέν ἄφηνε χῶρο γιά τίς ἀτομικές του πεποιθήσεις, ἀλλά προσπαθοῦσε νά τά λύσει μέ πνεῦμα συνοδικότητας, ἀντλώντας ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας216.
58
νά ἔλθητε εἰς τάς 29 Ἰουνίου ἐνταῦθα. Θά σᾶς φιλοξενήσωμεν μέ ὅλην μας τήν ἀγάπην εἰς τήν Ἱεράν ἡμῶν Μητρόπολιν. Θά καλέσωμεν καί τούς Πανοσ. Καθηγουμένους τῶν Ἱ. Μονῶν Μετεώρων καί, ἀφοῦ προσευχηθῶμεν, ζητοῦντες τόν θεῖον φωτισμόν, νά ἐξετάσωμεν ἀπό κοινοῦ τό σοβαρώτατον θέμα τῶν Ἱερῶν Μονῶν Μετεώρων καί νά ἀποφασίσωμεν τί δέον γενέσθαι». 217. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 36: «Ἡ πρώτη φροντίδα τοῦ δραστηρίου καί σοφοῦ Διονυσίου ἦταν νά γνωρίσῃ ἀπό κοντά τό μεγάλο τώρα ποίμνιό του. … Ἄρχισε ἀμέσως τίς περιοδεῖες του».
218.. Ὅ.π., σελ. 45, 46: «Ἁλώνισε κυριολεκτικά τήν Μητρόπολί του, ἀναβαίνοντας ὄρη καί καταβαίνοντας πεδία. Πολλά ἀπό τά ἀπομεμακρυσμένα χωριά τῆς Πίνδου γιά πρώτη φορά ὑπεδέχθησαν Δεσπότη. Σ᾿ ἄλλα ἔφθασε καβάλα σέ ζῶο ἤ καί πεζοπορῶντας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ περίπτωσι Βαθυρρέματος, ὅπου ὁ Σεβασμιώτατος ἐβάδισε 4 ὧρες δρόμο ἐρημικό καί ἀνηφορικό μέ δυσμενεῖς καιρικές συνθῆκες, προκειμένου νά φθάσῃ στό χωριό καί νά προεδρεύσῃ ″Συνάξεως ἱερατικῆς″ («Τρικαλινά Νέα», 2 Ἀπριλίου 1966)».
219. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Πατρικαί Νουθεσίαι Β΄, σελ. 10.
220. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 83: «Ἐλειτούργησαν συστηματικά μέ τήν πρόνοια τοῦ Μητροπολίτου ἀπό τό 1961 στό χῶρο τοῦ Ἱ. Ν. τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων καί σέ πολλούς μαθητές τῶν Γυμνασίων Καλαμπάκας καί Πύλης. Ἦταν μιά θετική προσφορά πρός τούς πτωχούς νέους τῶν ὀρεινῶν κυρίως περιοχῶν καί ἐκδήλωσις ἔμπρακτης ἀγάπης».
221.. Ὅ.π., σελ. 41: «Λαχταροῦσαν οἱ δυστυχεῖς σκηνῖτες νά ἀποκτήσουν καί αὐτοί ἕνα κομμάτι γῆς».
222.. Ὅ.π., σελ. 79: «… κατέστη ἕνας θαυμάσιος οἶκος εὐγηρίας, μέσα στόν ὁποῖο πλουσιοπάροχα ἱκανοποιοῦνται οἱ ὑλικές καί πνευματικές ἀνάγκες τῶν γερόντων».
223. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Πατρικαί Νουθεσίαι Β΄, σελ. 72: «ὡραῖον, συγχρονισμένον, μεγαλοπρεπές καί μέ ἄρτιον ἐξοπλισμόν, ἐδέχθη εἰς τάς ἀγκάλας του τούς πρώτους 25 τροφίμους του γέροντας καί γραίας».
224. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 82: «Ἡ Σχολή Χειροτεχνίας Βυτουμᾶ δέχεται ὀρφανές ἤ πολυτέκνων κορασίδες 12-17 ἐτῶν ἀπό τήν Μητροπολιτική περιφέρεια Τρικάλων καί παρέχει σ’ αὐτές δωρεάν στέγη καί διατροφή. Διδάσκονται δέ αἱ τρόφιμοι οἰκοκυρωσύνη, ραπτική καί χειροτεχνία, ἐνῶ συγχρόνως ἐξοπλίζονται πνευματικῶς ἔτσι ὥστε, ἐν καιρῷ, νά ἀναδεικνύωνται καλές καί ἄξιες Ἑλληνίδες οἰκοκυρές. Ἐπί πλέον τούς παρέχεται τέτοια θρησκευτική καί ἑλληνική ἀγωγή, πού θά τήν ἐζήλευαν καί οἱ μεγάλοι παιδαγωγοί».
........Φιλανθρωπικό ἔργο καί ἡ θρησκευτική ἀναγέννηση τοῦ λαοῦ. Ὁ ἱεράρχης ἐξ ἀρχῆς γνώρισε ἀπό κοντά217 τό ποίμνιό του218 καί ἔκτοτε ἐπιδόθηκε στή θεραπεία πρωτίστως τῶν ὑλικῶν του ἀναγκῶν219. Ὀργάνωσε καί ἔθεσε σέ λειτουργία φιλόπτωχα ταμεῖα, μαθητικά συσσίτια220, ἵδρυσε στά Τρίκαλα τόν πρῶτο παιδικό σταθμό, φρόντιζε τούς ἀνέργους, χαλαζοπλήκτους, ἀκτήμονες κτηνοτρόφους, στούς ὁποίους παραχώρησε μάλιστα μία ἀπό τίς ἐκτάσεις τῶν μοναστηριῶν, ὅπου χτίστηκε τό χωριό τους «Νέα Ζωή»221, ὁλοκλήρωσε τήν ἀνέγερση τοῦ γηροκομείου τῶν Μεγ. Καλυβίων222, πού εἶχε ξεκινήσει ὁ προκάτοχός του223, ἀνήγειρε τό Δωρόθειο καί Πολυκάρπειο γυμνάσιο θηλέων Τρικάλων, ἵδρυσε τή σχολή224 χειροτεχνίας Βυτουμᾶ γιά τά ὀρφανά ἤ
59
225.. Ὅ.π., σελ. 81: «… ὥστε νά δύναται νά στεγάζωνται καί διαιτῶνται εἰς αὐτό ἄνω τῶν 60 κορασίδων μαθητριῶν Γυμνασίου, κατά προτίμησι τέκνα ἀπόρων καί πολυτέκνων οἰκογενειῶν, ὀρφανά καί ἀπροστάτευτα. Κι ἐδῶ καταβάλλεται ἐπίμονη φροντίδα γιά τήν ἑλληνοχριστιανικήν ἀγωγή τῶν μαθητριῶν». 226. Τύμπα Π., ὅ.π., (ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐφημερίδα «Ἀναγέννησις» Τρικάλων, 28 Ἀπριλίου 1969, σελ. 84): «Ὁ Σεβασμιώτατος μακράν πάσης πολιτικῆς ἐπεμβάσεως ἐργαζόμενος μόνος καί ἀθορύβως, κατώρθωσε νά φέρῃ εἰς πέρας καί νά προσθέσῃ εἰς τό πλούσιον ἐνεργητικόν του καί ἕνα νέον χριστιανικόν καί κοινωνικόν ἔργον ἄξιον πάσης ἐξάρσεως καί ἐπαίνου. Ἡ ἐπίτευξις τῆς ἀνεγέρσεως εἰς Πύλην μαθητικοῦ οἰκοτροφείου, εἰς ὅ θά σιτίζωνται καί θά μορφώνωνται τά ἄπορα παιδιά τῆς περιοχῆς Πύλης καί τῶν ὀρεινῶν χωρίων ταύτης… εἶναι ἔργον ἀποκλειστικά ἀνῆκον εἰς τάς ἐνεργείας τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀνησυχίᾳ του, ὅπως βοηθήσῃ διά παντός τρόπου ἀποτελεσματικοῦ τούς κατατρυχομένους ὑπό τῆς πενίας κατοίκους τῆς περιφερείας, προέβη εἰς ἐνεργείας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι καί ἐτελεσφόρησαν».
227. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 77-78: «Μέ τήν ἄφιξι τοῦ Διονυσίου (8.03.59) ἐπῆλθε αἰσθητή ἀλλαγή στά πράγματα τοῦ οἰκοτροφείου. Τοποθετεῖ σ’ αὐτό διευθυντή θεολόγο, ἀνακαινίζει τελείως τό ὑπάρχον οἰκοδόμημα καί … ἀνεγείρει νέαν ὁμώνυμη πτέρυγα - ἀπαραίτητο συμπλήρωμα στό ὅλο κτιριακό συγκρότημα τοῦ ἱδρύματος. … Στό οἰκοτροφεῖο αὐτό στεγάζονται καί διαιτῶνται 60 μαθητές Γυμνασίου… ὀρφανά, θύματα πολέμου καί πολύτεκνοι. … Ἰδιαιτέρως ἐφρόντιζε γιά τήν ἑλληνοχριστιανική τους ἀγωγή καί τήν ψυχική τους κατάρτισι…»
228.. Ὅ.π., σελ. 45: «Ἀγάπησε ἰδιαίτερα τήν ὕπαιθρο. Οἱ ἄνθρωποι τῶν χωρίων αἰσθάνθηκαν περισσότερο τήν ἀγάπη του. Διανέμει εἰς αὐτά ἱματισμό καί τρόφιμα, τά ὁποῖα ἐξασφαλίζει ἀπό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν».
229.. Ἐφημερίδα «Ἐλευθέρα Γνώμη», 5 Σεπτεμβρίου 1962: «Εἶναι ὁ ἱεράρχης, πού προνοεῖ καί προαισθάνεται τά ἐπακόλουθα ἑνός βαρέως χειμῶνος. Καί ἐκ τῶν προτέρων σπεύδει, γεμίζει τάς ἀποθήκας τῆς Ἱ. Μητροπόλεως μέ τρόφιμα καί ἱματισμό καί στήν κατάλληλη ἐποχή τά διανέμει».
230. Τύμπα Π., Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 46: «Μέ προσωπική του φροντίδα ἀποφυλακίζονται, ἀφοῦ κατεβλήθησαν τά διάφορα χρέη, κρατούμενοι τῶν ἐδῶ φυλακῶν, ἐνῶ παράλληλα καταβάλλει κάθε προσπάθεια γιά τήν ψυχαγωγία καί συμπαράστασι τῶν ὑπολοίπων φυλακισμένων. Τακτικές θεῖες λειτουργίες, ἐξομολόγησι καί κάθε ἐξυπηρέτησι τῶν ″ἐν φυλακῇ″…».
ἀπό πολύτεκνες οἰκογένειες κοριτσάκιακαί τό Καστρακίδειο οἰκοτροφεῖο θηλέων225, βοηθᾶ μέ χρηματικά ποσά κατά μήνα ἀνάλογα τούς φοιτητές καί φοιτήτριες τοῦ Νομοῦ, ὥστε νά δυνηθοῦν νά ἀποπερατώσουν τίς σπουδές τους ἀκωλύτως, δημιούργησε μαθητικό οἰκοτροφεῖο ἀρρένων Πύλης «ὁ Ἅγιος Βησσαρίων»226, μαθητικό οἰκοτροφείο ἀρρένων τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων227, ποικιλοτρόπως φρόντιζε τούς χριστιανούς στήν ὕπαιθρο228, προνοοῦσε γιά τίς ἐνδεχόμενες τό χειμώνα ἀνάγκες229, φρόντιζε πνευματικά καί ὑλικά τούς φυλακισμένους καί κατόρθωσε τήν ἀποφυλάκιση μερικῶν ἀπ᾿ αὐτούς230. Τό μέγεθος αὐτό τοῦ φιλανθρωπικοῦ του ἔργου ἐντυπωσίαζε τούς συγχρόνους του
60
231. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 8: «Τό λαμπρόν κοινωνικόν του ἔργον εἰς τήν μητρόπολιν Τρίκκης, τό ὁποῖον συνιστᾷ ″Βασιλειάδα″ ἀληθῆ».
232. Τύμπα Π., Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 76.
233.. Ὅ.π., σελ. 38.
234.. Ὅ.π., σελ. 39: «μίαν εὐρύχωρη αἴθουσα, τήν ὁποία θέτει στήν διάθεσι τῶν νέων».
235.. Ἐφημερίδα «Ἐλευθέρα Γνώμη», 13.02.1960: «Αἱ τακτικαί ἔξοδοι τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου μας στά χωριά καί μάλιστα τόν χειμῶνα ἔχουν δημιουργήσει μιά ἄνευ προηγουμένου ἀτμόσφαιρα φιλική τῶν κατοίκων πρός τόν ποιμενάρχη μας».
236. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 58: «Χαρακτηριστικόν ὅτι κατά τήν ὑπερδεκαετῆ θεοφιλῆ ποιμαντορία του ἀνηγέρθησαν ἐκ θεμελίων καί ἐνεκαινιάσθησαν πλέον τῶν τεσσαράκοντα ἱερῶν Ναῶν τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας. Φιλοδοξία του ἦταν νά ἔχῃ καί τό τελευταῖο χωριουδάκι τόν συγχρονισμένο ναό του».
237.. Ἐφημερίδα «Ἀναγέννησις», 1 Νοεμβρίου 1960.
238. Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Πατρικαί Νουθεσίαι Α΄, σελ. 38: «Προτρεπόμεθα ὅθεν ὑμᾶς πατρικῶς νά προμηθευθῆτε πάντες τό λαμπρόν τοῦτο ἔργον καί νά καταγίνεσθε ἀδιαλείπτως μέ τήν μελέτην του, καθόσον ″οὐκ ἄλλως κατορθοῦται ἡ ἀρετή καί ἡ ἀποχή τῶν κακιῶν, εἰμή διά τῆς μελέτης τῶν Θείων Γραφῶν″.
πού τό παρομοίαζαν μέ τή «Βασιλειάδα»231 καί μάλιστα τό ὀνόμασαν «Διονυσιάδα»232. Ἐργαζόμενος στόν πνευματικό τομέα, δημιούργησε τή χριστιανική κίνηση στήν ἐπαρχία του, ἰδιαιτέρως φροντίζοντας τά κατηχητικά σχολεῖα καί τή σχολή βυζαντινῆς μουσικῆς στά Τρίκαλα. Τό θέρος τοῦ 1959 ὀργάνωσε γιά πρώτη φορά κατασκήνωση γιά τούς ἐργαζομένους νέους καί τίς μαθήτριες τῶν χριστιανικῶν μαθητικῶν ὁμάδων233. Ἔκανε ἐπισκέψεις στά γυμνάσια τῆς πόλεως καί ὁμιλοῦσε πρός τή μαθητιῶσα νεολαία, στήν Καλαμπάκα ἐγκαινίασε τή χριστιανική ἑστία234, ἐπισκεπτόταν τά χωριά τῆς ὑπαίθρου, τελοῦσε λειτουργίες καί συζητοῦσε μέ τούς κατοίκους235. Συνέβαλε στήν ἐπισκευή καί κατασκευή πολλῶν κατεστραμμένων ναῶν, θεμελίωσε, ἀποπεράτωσε καί ἐγκαινίασε νέους ναούς236, κατηχοῦσε καί βάπτιζε χιλιαστές καί ἀλλόθρησκους237. Καθιέρωσε ἡμίωρο ραδιοφωνικῆς θρησκευτικῆς ἐκπομπῆς στό ραδιοφωνικό σταθμό Τρικάλων. Πάντοτε ἐνημέρωνε τούς ἱερεῖς238 καί μέσω αὐτῶν τούς χριστιανούς γιά τίς καινούριες ἐκδόσεις χριστιανικῶν βιβλίων ἤ περιοδικῶν, ὠφέλιμων γιά τήν πνευματική τους κατάρτιση, μέ τά βασικά χαρακτηριστικά τῆς ἐκδόσεως˙ τό γνήσιο χριστιανικό πνεῦμα, τήν ἀντιληπτή γλώσσα καί τήν προσιτή τιμή. Ἔτσι στά σπίτια τῶν χριστιανῶν τῆς Μητροπόλεως κυκλοφοροῦσε καί ὁ γραπτός θεῖος λόγος.
61
239. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, ἐπιστολή τοῦ Πάφου Γενναδίου ἀπό 14.10.1955 πρός τόν τότε Λήμνου Διονύσιο, σελ. 253: «Βλέπω ὅτι σεῖς ἔχετε τώρα καί μεγαλεῖα! Συνοδικός λοιπόν! Ἀλλά καλῶς διεγνώσατε ὅτι τοῦτο θά σᾶς προσθέσῃ δυσκολίας...».
240. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 16.
241. Μητροπολίτου Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, Ἱεροί παλμοί, Ἀνοικτή Ἐπιστολή πρός τούς Ἄγγλους πολεμιστάς καί τόν Ἀγγλικόν λαόν, σελ. 52: «Καί καλῶ ἐσᾶς καί τόν λαόν σας, πού δέν ἐπηρεάζεσθε ἀπό τά συμφέροντα τῆς στιγμῆς καί δέν ἐπιδοκιμάζετε τάς ἀχαρακτηρίστους ἐνεργείας τῶν κυβερνητῶν σας, ν᾽ ἀγωνισθῆτε ἕναν νέον εὐγενῆ ἀγῶνα. Τόν ἀγῶνα διά τήν ἄμεσον ἐπάνοδον τῶν ἐξορίστων ἱεραρχῶν μας, διά τήν ἀναγνώρισιν τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου… Ἔτσι μόνον θά ἀποπλυθῇ ἡ διαγωγή τῆς κυβερνήσεώς σας καί θά ἀποκατασταθῇ ἡ ἀγάπη τοῦ Ἕλληνος πρός τήν Ἀγγλίαν».
242.. Ὅ.π., Ἀνοικτή Ἐπιστολή πρός τούς Ἱεράρχας καί τούς κληρικούς τῆς Μ. Βρετανίας, σελ. 55: «Μήπως τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ δέν ἰσχύει, ὅταν τά κακῶς ἐννοούμενα πολιτικά συμφέροντα τῆς χώρας σας ἀπαιτοῦν ἄλλην τακτικήν;»
243. Βλ. Παράρτημα, σελ. 361-366.
9. Τό ἔργο τοῦ Διονυσίου ὡς μέλους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου

Ὡς ἀντιπρόεδρος τῆς Π.Ε.Α.Κ. Τό 1955 ὁ Διονύσιος ἐκλήθη ὡς μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου239 τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ταυτόχρονα κατά τήν περίοδο 1955 1956 ἀσκοῦσε τά καθήκοντα τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Πανελληνίου Ἐπιτροπῆς Αὐτοδιαθέσεως Κύπρου. Ὁ πρῶτος του βιογράφος σημειώνει σχετικά: «..εἰργάσθη μέ πατριωτικό ζῆλο γιά τήν προβολή καί δικαίωσι τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Ὕψωσε τήν φωνή του γιά νά ἀκουσθῇ ἀπό τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς»240. Χρήζουν ἰδιαίτερης προσοχῆς οἱ δύο ἀνοικτές ἐπιστολές του –«Πρός τούς Ἄγγλους πολεμιστάς καί τόν Ἀγγλικόν λαόν» καί «Πρός τούς Ἱεράρχας καί τούς κληρικούς τῆς Μ. Βρετανίας»– στίς ὁποῖες παίρνει θέση, ὄχι ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Π.Ε.Α.Κ., ἀλλά ὡς Ἱεράρχης τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στήν πρώτη ἐπιστολή ἀνακοινώνει τήν ἐπιστροφή τοῦ διπλώματος μέ τό ὁποῖο τιμήθηκε ἀπό τήν κυβέρνηση τῆς Ἀγγλίας λόγω τῆς φυλακίσεώς του ἀπό τούς Γερμανούς, ἐπειδή περιέθαλψε καί φυγάδευσε Ἄγγλους στρατιῶτες241. Στή δεύτερη ἐπιστολή ἀσκεῖ ἔντονη κριτική στούς ἱεράρχες καί τούς κληρικούς τῆς Μ. Βρετανίας βάσει τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου242. Στό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Μητροπολίτη Διονυσίου διασώθηκε καί ἡ ἐπιστολή του πρός τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Δωρόθεο, ἀπό τήν ὁποία γίνεται κατανοητό, ὅτι ὁ Διονύσιος ἐξαιτίας τῆς κριτικῆς πού ὑπέστη γιά τό ἔργο του ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Π.Ε.Α.Κ., παραιτήθηκε ἀπό τή θέση αὐτή243.
62
244. Χρυσοστόμου Β΄, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, Τά Πεπραγμένα, σελ. 39.
245.. Ὁ θεολόγος Ἀνδριόπουλος τήν ἀντιπαράθεση αὐτή ὀνομάζει «ἀφανῆ ἀντιπολίτευση, πού προερχόταν ἀπό τόν προκάτοχό του Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος ἐπηρέαζε τήν πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας» (Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 11). Ἀδύνατον ὁ Τρίκκης νά ἦταν ἕνας ἀπό ἐκείνους, τούς ὁποίους ἐπηρέαζε ὁ Ἰάκωβος, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Τρίκκης ἀπαιτοῦσε τήν παραίτηση τό 1962 (βλ. εἰσαγωγή τῆς παρούσας).
246. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 152-153: «Τους μητροπολίτες αυτούς (Ξάνθης Αντώνιο, Πατρών Κωνσταντίνο, Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Δαμασκηνό, Κυθήρων Μελέτιο και Πρεβέζης Στυλιανό) θα τους συναντήσουμε πάλι το Μάιο του 1967 ως μέλη της αριστίνδην Συνόδου που εξέλεξε τον Ιερώνυμο Κοτσώνη!...».
247. Βλ. ὅλο τό κείμενο τῆς συνέντευσης στό Παράρτημα τῆς Μεταπτυχιακῆς μας
Ἡ ἔκτακτη σύγκληση τῆς Συνόδου τό 1964. Τήν 5 Ἰανουαρίου τοῦ 1964, πραγματοποιήθηκε στά Ἱεροσόλυμα ἡ συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα μέ τόν Πάπα Παῦλο ΣΤ΄. Ὁ Πατριάρχης ἐπιθυμοῦσε νά συμμετέχουν στή συνάντηση καί οἱ ἡγέτες τοῦ προτεσταντισμοῦ, σκοπεύοντας σέ μιά παγχριστιανική προσέγγιση, πού θά ὁδηγοῦσε τελικά στήν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν. Πρότεινε ἐπίσης «ἵνα καί οἱ Πατριάρχαι καί Πρόεδροι τῶν ἑκασταχοῦ Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πορευθῶσιν ὅλοι ὁμοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα, συναντηθῶσι μετά τοῦ Πάπα καί διεξαγάγωσι μετά τούτου συζήτησιν περί τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν»244. Ὁ Γ. Καραγιάννης, στό ἔργο του «Ἐκκλησία καί Κράτος» ἀναφέρει: «Η Εκκλησία της Ελλάδας αντιδρά έντονα στα «οικουμενικά» σχέδια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και τις συναντήσεις του πατριάρχη Αθηναγόρα με τον πάπα Παύλο ΣΤ΄, γεγονός που προκαλεί εκνευρισμό στην κυβέρνηση και τ᾿ ανάκτορα». Καί ἀναφέρει τήν «ύπαρξη στους κόλπους της Ιεραρχίας ομάδας μητροπολιτών που βρίσκονταν σε μια συνεχή αντιπαράθεση245 με τον Χρυσόστομο και την πλειοψηφία, ταυτιζόμενοι με τις ανακτορικές θέσεις»246, ὅπου κατατάσσει καί τόν Διονύσιο Τρίκκης. Ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν φαίνεται νά εὐσταθεῖ διότι τοὐλάχιστον τέσσερα ντοκουμέντα, α. ἡ συνέντευξη τοῦ Διονυσίου στόν Τύπο, β. ἡ εἰσήγησή του στή Σύνοδο, γ. ἡ ἐπιστολή του πρός τόν Οἰκ. Πατρ. Ἀθηναγόρα καί δ. ἡ ἐπιστολή του πρός τόν Πάφου Γεννάδιο, μαρτυροῦν τό ἀντίθετο. α) Μετά τήν ἔκτακτη σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δόθηκε στόν Τύπο συνέντευξη τοῦ Τρίκκης, στήν ὁποία δηλώνει τά ἑξῆς: «... εἶναι ἀνάγκη νά πεισθῇ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης νά συνεννοῆται πρό πάσης ἀποφάσεώς του διά τά θέματα πίστεως μετά τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί νά μή προχωρῇ μόνος. ... ἄλλως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά ὁδηγηθοῦν αἱ σχέσεις τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς ἀδιέξοδον μέ ἀποτέλεσμα τήν διάσπασίν των»247.
63
ἐργασίας Ποιμαντικές προοπτικές στά κείμενα καί τήν ζωή τοῦ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου, σελ. 104-105.
248. Βλ. ὅλο τό κείμενο τοῦ γράμματος στό Παράρτημα τῆς Μεταπτυχιακῆς μας ἐργασίας ὅ.π., σελ. 106-107.
249.. Ὅ.π., σελ. 97: «5. Τοιαύτη δέ εἶναι δυστυχῶς καί ἡ ἐκ συναρπαγῆς, αἴφνης καί παρ᾽ ἐλπίδα ριφθεῖσα εἰς τό μέσον τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρωτοβουλία ἐνάρξεως τοῦ ὑπό κρίσιν Διαλόγου, οὗ καί τό ὄνομα εἶναι εἰς τήν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ἄγνωστον, καί ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅστις, ὄχι μόνον παρεῖδε τάς σχετικάς ἀποφάσεις τῶν κανονικῶς κατά πάντα συγκροτηθεισῶν ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἀλλά πρῶτον μέν, ὡς ἐφάνη ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐπί τινα ἔτη ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἔχει διαπραγματευθεῖ ἐν τούτῳ μετά τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, μεθ᾽ ἧς προχώρησε μέχρι τοῦ ὀλεθρίου διά τήν Όρθοδοξίαν σημείου, ὥστε παρά τήν ρητήν ἄρνησιν τῶν ἐπί μέρους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, νά κατέλθῃ εἰς Ἱεροσόλυμα, νά κοινωνήσῃ τῷ Πάπα ἐν συμπροσευχῇ καί ἐν μυστικαῖς συνομιλίαις, διά νά ἀκούσῃ σύν αὐτῷ καί ὅλη ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τήν κατ᾽ αὐτῆς ἐπίσημον βλασφημίαν τοῦ Πάπα, ὅτι δέν θά ἀξιωθῶμεν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν μας ἄν μή, μετά τό κανονικῶς ἀποκτηθέν χάρισμα τοῦ βαπτίσματος, εἰσέλθωμεν εἰς τάς ἀνοικτάς πύλας τῆς πνευματικῆς μάνδρας, ἧς κύριος καί δεσπότης ὁ ἐν τῷ κόσμῳ ἐγκαθιδρυθείς, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Πάπας τῆς Νέας Ρώμης προσδέξηται ἡμᾶς».
β) Τή μεθεπόμενη ἀπό τήν ἡμέρα τῆς συνάντησης Ἀθηναγόρα–Πάπα, δηλ. στίς 7.01.1964, ὁ Τρίκκης γράφει σέ ἐπιστολή του πρός τόν Πάφου Γεννάδιο: «Ὁ Πατριάρχης, χωρίς προσυνεννόησιν κατ᾽ οὐσίαν μετά τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἄνευ τῆς δεούσης προπαρασκευῆς μετέβη εἰς συνάντησιν τοῦ Πάπα. Φοβοῦμαι δέ πολύ ὅτι τοῦτο θά ζημιώσῃ ἀνεπανορθώτως τήν Ὀρθοδοξίαν. Ἀναγνωριζομένου τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα, κατά φυσικήν συνέπειαν, θά πρέπει ν᾽ ἀναγνωρισθοῦν καί αἱ λοιπαί αὐτοῦ ἀξιώσεις. Ἀλλά τότε πού ὁδηγούμεθα; Δέν ἀπεμπολοῦμεν, θυσιάζοντες εἰς τήν ἐγωπάθειαν καί τήν φιλοδοξίαν μας, τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν ὁποίαν διά ποταμῶν αἱμάτων μᾶς ἐκληροδότησαν οἱ πατέρες καί πρόγονοι ἡμῶν; Ἐγώ, Ἅγιε ἀδελφέ, ἐλαχιστότερος πάντων, δέν θέλω ἀποδεχθῇ οὐδεμίαν ἀπόφασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου...»248. γ) Στήν εἰσήγησή του περί τοῦ θέματος τοῦ Διαλόγου, πού τοῦ ἀνατέθηκε, ὁ Διονύσιος ἀναφέρεται ἐκ νέου στή συνάντηση Ἀθηναγόρα–Πάπα249, καί στό τέλος γνωμοδοτεῖ τό ἑξῆς: «30. Συνοψίζοντες, ταπεινῶς γνωματεύομεν, ὅτι διά τῆς ἀποδοχῆς τῶν διαλόγων εἰς ἀέρα μέν πυκτεύομεν ἡμεῖς, τό Βατικανόν ὅμως θά ἔχῃ κερδήσῃ τήν μάχην τῆς ἀναδείξεως τῆς θεόθεν ἐξουσίας του καί τῆς ἀποκηρύξεως ἡμῶν ὡς σκληροτραχήλων αἱρετικῶν καί τοῦτ᾽ αὐτό ἀπίστων. 31. Ὑποχρεούμεθα βεβαίως νά μεταβῶμεν εἰς τήν Πανορθόδοξον διάσκεψιν τῆς Ρόδου, ἴνα μή φανῶμεν τάχα ἀμαθεῖς καί καθυστερημένοι, ἀλλά θά πρέπει νά καταβάλωμεν ἐκεῖ πᾶσαν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ Κυρίου, προσπάθειαν καί προσοχήν καί
64
250.. Ὅ.π., σελ. 103.
251. Σύμφωνα μέ τόν π. Πολύκαρπο Τύμπα ἡ ἐπιστολή γράφτηκε 2.2.1964. καί γιά πρώτη φορά ἐκδόθηκε στό βιβλίο του «Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος». Εἶχε δημοσιευθεῖ καί τό 2007 στό περιοδικό «Ἅγιος Βησσαρίων» μέ τήν ἡμερομηνία 24.2.1964.
252. Περιοδικό «Ἅγιος Βησσαρίων», τεῦχος 1, Τρίκαλα 2007, σελ. 18.
253.. Ὅ.π.
254. Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 10.
255. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν 1817-1967, τόμος Ζ΄, σελ. 4483: «″Εἰ δυνατόν″. Ἀλλ᾿ ἀκριβῶς, ἐν προκειμένῳ, πῶς εἶναι δυνατόν;
ἐπιμέλειαν, ἵνα ἀποφύγωμεν τήν ἡμέραν τήν πονηράν καί ἅπαντα κατεργασάμενοι στῶμεν ἀκλόνητοι καί ἀμετακίνητοι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει, καί ταῖς παραδόσεσι καί τῇ ὁμολογίᾳ αὐτῆς»250. δ) Στήν ἐπιστολή του πρός τόν Ἀθηναγόρα251 ὁ Τρίκκης ἐλέγχει τόν Πατριάρχη γιά τίς περί ἑνώσεως θετικές δηλώσεις του, ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει ἀπαραιτήτως νά διαψευσθεῖ ἡ φήμη περί μασονίας τοῦ Πατριάρχη, ἰσχυρίζεται ὅτι «οἱ δύο ἐπίκαιροι κόμβοι τῆς Ὀρθοδοξίας, Κωνσταντινούπολις - Ἀθῆναι, θά πρέπει νά εὑρίσκωνται εἰς συνεχῆ καί ἀδιάκοπον συνεργασίαν καί ἐπικοινωνίαν»252 καί προτείνει νά συσταθεῖ ἐπιτροπή ἀπό ἐκπροσώπους τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, συνιστώντας τήν προσοχή τοῦ Πατριάρχη ὅσον ἀφορᾶ δηλώσεις του στόν Τύπο. Τελειώνοντας τήν ἐπιστολή ὁ Τρίκκης ὁλοκληρώνει: «Ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδοξίας –ἑνότης πίστεως, λατρείας καί διοικήσεως– εἶναι ἀνεκτίμητον κεφάλαιον καί πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νά διαφυλαχθῇ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ. ... Πρέπει ὁπωσδήποτε ἡ ἑνότης ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ συνεργασία καί τό σύμψυχον νά τονωθοῦν καί αὐξηθοῦν εἰς τό μέγιστον, ἰδίᾳ σήμερον, ὅτε καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καλλιεργοῦν ἐντόνως τήν ἑνότητα μεταξύ των, ἀλλά καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀντιστοίχως διά τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν»253. Οἱ κρίσιμες ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 1965. Τή χρονιά αὐτή ξεσπᾶ ἐκκλησιαστική κρίση μέ ἀφορμή τήν ἀπόφαση τῆς πλειοψηφίας254 τῶν Ἀρχιερέων νά πληρωθοῦν οἱ ἀπό ἐτῶν κενές Μητροπολιτικές ἕδρες πραξικοπηματικῶς, παρά τόν ἰσχύοντα Νόμο 4226/1963. Στή συνεδρία τῆς 9ης Σεπτεμβρίου 1965 τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὁ Τρίκκης Διονύσιος, ἰσχυρίζεται ὅτι στήν προκειμένη περίπτωση ἡ παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. ιβ᾿ 18) καί ἡ πράξη τοῦ Χριστοῦ νά ἐκπληρώσει τό φορολογικό νόμο, τόν καθοδηγεῖ νά δηλώσει πώς εἶναι «τελείως ἀντίθετος πρός τήν ὀλισθηράν ταύτην ὁδόν», διότι ἡ πράξη αὐτή θά ἰσοδυναμοῦσε μέ προτροπή ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων σέ ἐπανάσταση καί ἀναρχία255.
65
Πῶς δυνάμεθα νά συνευδοκήσωμεν εἰς τήν καταπάτησιν τῶν Νόμων τῆς Πολιτείας, ἐφ᾿ ὅσον ὡρκίσθημεν, κατά τήν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως διαβεβαίωσιν ἡμῶν, τήν ἀπαρέγκλιτον αὐτῶν τήρησιν καί ἐφαρμογήν; Πῶς δυνάμεθα νά συνευδοκήσωμεν εἰς τήν καταπάτησιν τῶν Νόμων τῆς Πολιτείας καί νά διδάξωμεν οὕτω τήν ἐπανάστασιν καί τήν ἀναρχίαν εἰς πάσας τάς κοινωνικάς τάξεις; Πῶς δυνάμεθα νά συνευδοκήσωμεν εἰς τήν καταπάτησιν τῶν Νόμων τῆς Πολιτείας, ὅταν Αὐτός Οὗτος ὁ Κύριος καί Θεός ἡμῶν, ἁπλῶς καί μόνον, ἵνα μή σκανδαλίσῃ τινάς, ἐτήρησε τόν περί φορολογίας νόμον καί διέταξε τόν Πέτρον νά καταβάλῃ τά δίδραχμα καίτοι ταυτοχρόνως διεκήρυξεν ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχεν Αὐτός νά τηρῇ τούς περί φορολογίας νόμους καί νά καταβάλῃ φόρους; (Ματθ. ιζ᾿ 24-27)».
256. Οἱ ἱεροί κανόνες δέν ἀποκλείουν τήν διά μεταθέσεως πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν θρόνων, ἀλλ᾿ ἐπιτρέπουν αὐτήν ὁσάκις συντρέχουν αἱ ὑπ᾿ αὐτῶν ἀπαιτούμεναι προϋποθέσεις (14ος Ἀποστολικός Κανόνας), ἐπιτρέποντάς την μόνον κατ᾿ ἐξαίρεση, ὅμως ὡς κανονικός τρόπος πληρώσεως χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν ἀπαγορεύεται.
257. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν 1817-1967, τόμος Ζ΄, σελ. 4483: «Ποῦ βαίνομεν, Ἅγιοι Ἀδελφοί; Ἀπεφασίσαμεν λοιπόν νά καταρρίψωμεν καί τό ἐναπομεῖναν κῦρος τῆς Ἱεραρχίας παρά τῷ λαῷ; Ἐάν ὁλόκληρος ὁ τύπος δέν ἀνέχηται οὐδέ τήν διά τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐπαναφοράν τοῦ μεταθετοῦ, τί θά εἴπῃ καθ᾽ ἡμῶν καί ὁποίας φοβεράς ἐπιθέσεις θά ἐξαπολύσῃ, ἐάν οὐχί νομίμως, ἀλλά πραξικοπηματικῶς καί διά τῆς παρανομίας φθάσωμεν εἰς αὐτό, ἐν ἡμέραις μάλιστα χαλεπαῖς διά τό Ἔθνος;»
258. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα ὅ.π., σελ. 4483: «Ἀλλά καί ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ταῦτα πάντα ἠδυνάμεθα νά παραβλέψωμεν, εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, ὅτι δέν πρέπει ἀβασανίστως νά προχωρήσωμεν εἰς τήν ″ντέ φάκτο″ κατάργησιν τοῦ ἰσχύοντος σήμερον συστήματος σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι κατ᾽ ἀρχήν εἶμαι ἀντίθετος πρός τήν ἐνδεχομένην κατάργησιν, ἀλλά διότι εἴμεθα ἀναμφισβητήτως ἀπροετοίμαστοι διά νά ἀντιμετωπίσωμεν τοιοῦτόν τι ἐνδεχόμενον, ἀφοῦ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐμελετήσαμεν τάς ἐπιπτώσεις μιᾶς τοιαύτης τυχόν μεταβολῆς».
259. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, Ἐπιστολή τοῦ Πάφου Γενναδίου ἀπό 27.9.1965., σελ. 341.
...........Ἐξάλλου καί νομίμως256 δέν θά ἔπρεπε νά ἐπαναφερθεῖ τό μεταθετό257. Κατά τόν Τρίκκης ἦταν ἐπίσης ἀνώριμη ἡ ἀπόφαση νά καταργηθεῖ ἡ σχέση Ἐκκλησίας-Πολιτείας258. Παρά ταῦτα, ἡ Ἱεραρχία προχώρησε στή μετάθεση δύο μητροπολιτῶν (τοῦ ἀπό Ἀργολίδος Χρυσοστόμου στόν Πειραιά καί τοῦ ἀπό Σάμου Κωνσταντίνου στίς Σέρρες) καί στήν ἐκλογή-πλήρωση τῶν κενῶν μητροπολιτικῶν ἑδρῶν. Στήν ἐπιστολή τοῦ Πάφου Γενναδίου πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο διασώθηκε ἡ περιγραφή τῆς κρίσεως ὡς ἑξῆς: «Προφητικῶς γράφετε δι᾿ ὅλους μας, καί διά τήν ἐκεῖ καί διά τήν ἐδῶ Ἐκκλησίαν καί πολιτείαν, ὅτι ″ὁ Θεός ἐπῆρε τά μυαλά τῶν ἀρχόντων καί τοῦ λαοῦ, τῶν ποιμένων καί τῶν πιστῶν, καί ποιοῦμεν τά μή καθήκοντα, ἀλλήλους δάκνοντες καί κατεσθίοντες. Τό ἅλας ἐμωράνθη″»259.
...........Ὡς μέλος τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ 1967.. Ἡ δεκαετία τοῦ ᾿60 ἦταν ἡ πιό κρίσιμη γιά τήν Ἑλλάδα μεταπολεμική περίοδος, μέ ἀποκορύφωμα τό στρατιωτικό πραξικόπημα τοῦ 1967, τό ὁποῖο ἔφερε στήν ἐξουσία ἕνα ἀπό τα
66
260.. Ἡ ἰδέα τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου γεννήθηκε (λόγῳ τῆς ἀντιδικίας περί τῶν μητροπολιτικῶν ἐκλογῶν) καί ἐπεξεργαζόταν ἤδη τό 1965 ἐπί τῆς Κυβέρνησης τοῦ Στεφ. Στεφανοπούλου.
261. Κονιδάρη Ἰ., Ἡ διαπάλη νομιμότητας καί κανονικότητας καί ἡ θεμελίωση τῆς ἐναρμονίσεώς τους, σελ. 84: «Η διάταξη αυτή αποτελεί επανάληψη, με μικρές φραστικές μεταβολές, της αντίστοιχης διατάξεως του ισχύοντος τότε Καταστατικού Χάρτη με μόνη ουσιώδη τροποποίηση τη μεταβολή του αριθμού των μελών της Διαρκούς Συνόδου από δώδεκα σε οκτώ».
262. Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 32: «Ὁ γηραιός Ἀρχιεπίσκοπος, ἱστορική προσωπικότητα, σεβάσμιος ἄνθρωπος, λόγω τῆς γεροντικῆς του ἡλικίας δέ διέθετε τίς ἀπαραίτητες δυνάμεις νά ἐπιβληθεῖ στήν ἀποπροσανατολισμένη ἀπό τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας πλειοψηφία τῆς Ἱεραρχίας. Ὑπάρχουν βάσιμες πληροφορίες ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μετά τήν εἰσαγωγή του στό Νοσοκομεῖο, ἐξέφρασε τήν διάθεσή του νά παραιτηθεῖ, ἀλλά ἐπειδή αὐτό δέν ἔγινε ἀμέσως, κάποιοι τόν ἐπηρέασαν νά μήν προβεῖ σέ παραίτηση, ὥσπου τόν βρῆκε ὁ Α.Ν. 3/67». Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν 1817-1967, τόμος Ζ΄, σελ. 4899-4900: «Τοῦ γηραιοῦ 87ετοῦς Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ἀσθενοῦς καί ἐν ἀφασίᾳ ὄντος, μεταφερθέντος εἰς Νοσοκομεῖον ... καί τῶν κυβερνητῶν στρατοκρατῶν δικτατόρων πεισθέντων τόσον ἐκ τῶν ἐπισκεφθέντων τόν ἀσθενῆ Ἀρχιεπίσκοπον κυβερνητικῶν μελῶν τῇ ἑπομένῃ ἡμέρᾳ τοῦ Μ. Σαββάτου, ὅσο καί ἐκ τῶν θεραπόντων αὐτοῦ ἰατρῶν, ὅτι ἀδύνατον ἦτο νά δυνηθῆ ὁ ἐν κλίνῃ κείμενος ἀσθενής Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος νά ἐπαναλάβη ἐξακολούθησιν ἐξασκήσεως ἀρχιεπισκοπικῶν καθηκόντων καί δή ἐν περιόδῳ καθ᾿ ἥν ἡ Δικτατορία τῶν στρατοκρατῶν εἶχε σκοπόν ″νά ἐξυγιάνη τήν Ἑλλαδικήν Ἐκκλησίαν″, συσκεφθέντες ἐπιτροχάδην οἱ Δικτάτορες ἀπεφάσισαν τροποποίησιν καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἐκκλησίας...». Κονιδάρη Ἰ. ὅ.π., σελ. 88: «Επιχειρήθηκε λοιπόν ο εξαναγκασμός σε παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου του Β΄ [Χατζησταύρου]. Οι προσπάθειες όμως αυτές συνάντησαν την άκαμπτη άρνηση του τότε Αρχιεπισκόπου... Τότε επελέγη η λύση της νομοθετικής ρυθμίσεως και του ζητήματος αυτού στο υπό εκκόλαψη νομοθέτημα γιά την Εκκλησία».
σκληρότερα δικτατορικά καθεστῶτα τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μέ τίς πηγές, ἦταν ἐπίσης περίοδος κρίσεων καί ἀντιπαράθεσης μέ τήν Πολιτεία, ἡ ὁποία ἐπιθυμοῦσε καί προδικτατορικά νά παρεμβαίνει σέ ἐσωτερικά ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Ἡ δικτατορία τῶν Συνταγματαρχῶν, θέλησε ἀπό τήν πρώτη στιγμή νά ἐλέγξει τήν Ἐκκλησία, καταργώντας τήν κανονική Ἱεραρχία καί συγκαλώντας Ἀριστίνδην Σύνοδο260 ἀπό 8 ἀρχιερεῖς (ἕνας ἀπό τούς ὁποίους ἦταν ὁ Διονύσιος Τρίκκης), σύμφωνα μέ τόν Α.Ν. 3/1967261, γιά νά ἐκλέξει Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, ἀφοῦ ὁ τότε Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β΄ ἀναγκάσθηκε σέ παραίτηση262.
67
263. Κονιδάρη Ἰ., ὅ.π., σελ. 85: «...κατά τις σχετικές παρασκηνιακές διεργασίες που προηγήθηκαν δεν υπήρξαν άλλοι Αρχιερείς έτοιμοι να αναδεχθούν την αποστολή αυτή και κατ᾿ επέκταση προσκείμενοι στο στρατιωτικό καθεστός».
264. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 163: «Βολιδοσκοπήσεις έγιναν και σε άλλους μητροπολίτες. Φαίνεται όμως πως μόνον οι οχτώ δέχτηκαν να εξυπηρετήσουν τα χουντικά σχέδια».
265. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, ὅ.π., τόμος Ζ΄, σελ. 4900.
266. Καραγιάννη Γ., ὅ.π., σελ. 163.
267. Ἀνδριοπούλου Π., Πτυχές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, σελ. 28.
268. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου, Τό δράμα ἑνός Ἀρχιεπισκόπου, σελ. 8: «Ἐξελέγην ὡς ἀρχιεπίσκοπος νομίμως καί κανονικῶς ἀπό τήν νόμιμον τότε διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τόν Βασιλέα, τόν ἀπολύτως νόμιμον Ἀνώτατον Ἄρχοντα».
269. Εφημερίδα «Μακεδονία», 12.7.1974, αρ. φύλ. 18510, σελ. 7. 270. Ἀνδριοπούλου Π., ὅ.π., σελ. 27-28: «...ὅλα τά συνοδικά σχήματα πού ἴσχυσαν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καθορίστηκαν μέ νόμο τῆς Πολιτείας. Ἄν τό Νόμο 3/1967 τόν ἐξέδωσε ἡ Δικτατορία δέν ἔχει σημασία. Αὐτή εἶχε τότε τήν ἐξουσία. ... Ἱστορικά, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ἡ δικτατορία ὑπῆρξε μιά πραγματικότητα καί κυβέρνησε τήν Ἑλλάδα ἑφτά ὁλόκληρα χρόνια καί ἡ δημόσια ζωή δέ σταμάτησε».
271. Ἀνδριοπούλου Π., ὅ.π., σελ. 28: «Τό Σύνταγμα τοῦ 1952, στό ἄρθρο 2, πού ἴσχυε τότε, γιά τήν Ἐκκλησία, ἀναφέρει: ″... καί διοικεῖται ὑπό Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιερέων″. Τό Σύνταγμα δέν κάνει λόγο γιά τή μορφή τῆς Συνόδου, ὥστε μιά ἄλλη μορφή νά εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἐξ ἄλλου ἡ Σύνοδος αὐτή δέν ἀντίκεται οὔτε στό γράμμα, οὔτε στό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων (καί ἦταν ἀπαραίτητη ἀπό τίς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν). Γι᾿ αὐτό καί κανένας δέν ἀμφισβήτησε τήν κανονικότητά της, ὅπως καί γιά πολλά χρόνια ἀργότερα. ... Ἡ ἀντικανονικότητα γιά πρώτη φορά συζητήθηκε ἀπό τούς ἐμπνευστές τῶν Σ.Π. 3/74 καί 7/74 γιά νά αἰτιολογήσουν τό περιεχόμενό τους καί νά ἀνατρέψουν μ᾿ αὐτές τήν κανονική τάξη τῆς Ἐκκλησίας».
Ὁ καθηγητής Ἰ. Κονιδάρης εἶχε ἐκφέρει τή γνώμη, ὅτι ἡ τροποποίηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνοδικῶν ἀπό 12 σέ ὀκτώ ἔγινε, διότι βρέθηκαν μόνον οἱ 8, πού συμφώνησαν νά συνεργαστοῦν μέ τούς δικτάτορες263. Τῆς ἴδιας γνώμης εἶναι καί ὁ Γ. Καραγιάννης264. Ὡστόσο, ὁ Ἀρχιμ. Θεόκλητος Στράγκας, Γραμματέας τότε τῆς Ἱ. Συνόδου δηλώνει ὡς προσωπική καταγραφή, πώς καί ἀρκετοί ἄλλοι Ἱεράρχες ἐπιθυμοῦσαν νά λάβουν μέρος στήν ἐν λόγῳ Ἀριστίνδην Σύνοδο265. Ὁ Γ. Καραγιάννης πάλι ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Ἱερώνυμος Κοτσώνης ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, «γιατί τ᾿ ανάκτορα επέμεναν στην εκλογή του Ιερωνύμου»266. Ἕνα χρόνο μετά ἀπό τήν παραίτηση τοῦ Ἱερωνύμου (τό 1974) ἄρχισε νά συζητεῖται τό θέμα τῆς ἀντικανονικότητας τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ 1967, ἡ ὁποία τόν ἐξέλεξε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος267. Ὁ ἴδιος ὁ Ἱερώνυμος ὑποστήριξε σέ κατοπινά συγγράμματά του ὅτι ἡ ἐκλογή του ἦταν κανονική268, ἐνώ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ τή χαρακτήρισε «ἀντικανονική καί ἀντισυνταγματική… ἀφοῦ κατά τρόπον ληστρικόν ἐξεθρονίσθη ὁ κανονικός καί νόμιμος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος ὁ Β΄»269. Ὁ θεολόγος Π. Ἀνδριόπουλος ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ Ἀριστίνδην Σύνοδος τοῦ 1967 οὔτε ἀντικανονική270, οὔτε ἀντισυνταγματική271 μπορεῖ νά θεωρηθεῖ.
68
272. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, ὅ.π., τόμος Ζ΄, σελ. 4969.
273. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), σελ. 10-11.
274. Καδῆ Χριστοφ., Βαδίζειν σταθερῶς, σελ. 372: «...24ῃ Μαρτίου 1969. Λίαν μοι ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἅγιε Τρίκκης κ. Διονύσιε, Ἀνέγνωσα τό γράμμα σας, ἀλλά ἀνέγνωσα περισσότερα πίσω ἀπό τά γραφόμενά σας: τήν στενοχωρίαν σας, τήν ἀγωνίαν σας, τήν ὅλην ψυχικήν ἀναστάτωσιν, τήν ὁποίαν σᾶς ἔφερε τό ἀπρόοπτον γεγονός τῆς σιωπηρῶς σχεδιασθείσης καί αἰφνιδίως φανερωθείσης παραιτήσεως τοῦ Μακαριωτάτου Ἀθηνῶν. Ἀνέγνωσα καί ἐγώ εἰς τόν «Ἐλεύθερον Κόσμον» τῆς 14ης τρέχοντος τήν παραίτησιν καί δέν τό ἐπίστευα. Πολύ ἐνωρίς ὁ εὐλογημένος ἀπεγοητεύθη καί ἐνοστάλγησε τήν ἤρεμον ζωήν τῆς καθηγητικῆς του ἕδρας. Δέν ἐπερίμενε τάς τόσας ἀντιδράσεις καί ἀθλιότητας τῶν φαύλων. Ὁ ὑπεύθυνος εἰς μίαν θέσιν καί μάλιστα τόσον ὑψηλήν καί εἰς καιρούς τόσον κρισίμους ἔχει πολλά νά ὑποστῇ καί χρειάζεται Χρυσοστόμειος ἀντοχή, διά νά ἀντεπεξέλθῃ».
Ὁ Ἀρχιμ. Θ. Στράγκας, σέ πολλά σημεῖα βασιζόμενος στό περιοδικό «Ἀνάπλασις» τοῦ 1970, ὅπου συγκεντρώθηκαν οἱ ἀναμνήσεις φίλων καί στενῶν συνεργατῶν τοῦ Διονυσίου Τρίκκης, γραμμένες μέ ὑπερβολικούς χαρακτηρισμούς γιά τόν μακαριστό ἱεράρχη, ὑπονοώντας τον ὡς σύγχρονο καί μεγάλο ἅγιο, καί ὅπου μαρτυροῦν, πώς ἦταν «ἡ ψυχή τῆς Ἀριστίνδην» Συνόδου τοῦ 1967, γράφει: «Οὗτος δέ ὁ Τρίκκης ἐθεωρεῖτο ὡς ὁ καθοδηγητής καί κατευθύντωρ ὅλων τῶν σκέψεων καί ἐνεργειῶν τοῦ Προκαθημένου Ἱερωνύμου...»272. Ὅμως στό ἐν λόγῳ περιοδικό ὁ ἴδιος ὁ Ἰερώνυμος ἀρκέστηκε μόνον σέ λίγα γενικά καί τυπικά λόγια, σέ σχέση μέ τήν προσωπικότητα τοῦ Τρίκκης, δηλώνοντας: «Χαρακτηριστικάς πλευράς τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρός θά παρουσιάσουν ἄλλοι»273. Μία ἐπιστολή τοῦ Πάφου Γενναδίου πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο δείχνει, πώς ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Τρίκκης ὡς καθοδηγητή καί κατευθύντορα ὅλων τῶν σκέψεων καί ἐνεργειῶν τοῦ Προκαθημένου Ἱερωνύμου δέν εὐσταθεῖ, ἀφοῦ σέ τόσο βαρυσήμαντο γεγονός, ὅπως ἡ παραίτηση ἀπό τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο (τό 1969), ὁ Ἱερώνυμος προχώρησε ἀπό μόνος του, φέρνοντας –σύμφωνα μέ τόν Πάφου– στόν Τρίκκης στενοχώρια, ἀγωνία καί ψυχική ἀναστάτωση274.
69
275. Τύμπα Π., ὅ.π., ἀπό τήν διαθήκη του Τρίκκης Διονυσίου, σελ. 129: «Τό προσωπικόν μου ἡμερολόγιον νά παραδοθῇ εἰς τόν π. Ἱερώνυμον μέ τήν παράκλησιν νά τό ἐκκαθάρῃ, νά τό περιποιηθῇ καί, ἄν τό εὕρῃ ὠφέλιμον καί ἐποικοδομητικόν, νά τό δημοσιεύσῃ».
276. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου, Τό δράμα ἑνός Ἀρχιεπισκόπου, σελ. 7: «Μετά τήν πτῶσιν ὅμως τῆς δικτατορίας, παρά τό ὅτι καί χρόνον εἶχα καί ἐλεύθερος πλέον ἤμουν νά δημοσιεύσω ὡρισμένα στοιχεῖα, πού προηγουμένως δέν μοῦ ἦταν δυνατόν νά τό κάνω, προσετέθη καί ἕνας ἄλλος ἀκόμη λόγος διά νά σιωπῶ. Ὁ λόγος αὐτός εἶναι, ὅτι δέν μοῦ ἀρέσει ὁ ρόλος ἐκείνων, πού μετά ἀπό κάθε δικτατορίαν ἐμφανίζονται ὡς οἱ εὔκολοι Ἡρακλεῖς τῆς Δημοκρατίας...»
277. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητροπολίτου Χίου Χρυσοστόμου, σελ. 17-18: «Ὑπέστη βασανιστήρια φρικτά καί ἀνείπωτα μέ καρτερίαν. Εἰς τήν ἐποχήν μάλιστα ἐκείνην ἔχουν τήν ἀρχήν των οἱ ″σκόλοπες τῇ σαρκί″, πού τόν κατέτρυχαν καί, τελικῶς, τόν ὡδήγησαν εἰς τόν τάφον».
..........Τό θέμα τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ 1967 εἶναι ἀρκετά πολύπλοκο καί, ὡς φύσει νομοκανονικό, βρίσκεται ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς παρούσας ἔρευνας. Ὡστόσο γιά τό ρόλο τοῦ Τρίκκης Διονυσίου ὡς μέλους τῆς Συνόδου αὐτῆς, πρέπει νά σημειωθεῖ ἐδῶ, ὅτι καί ἄν ἀκόμα μελετηθεῖ ἡ σχετική βιβλιογραφία, πού ὑπάρχει, δέν θά εἶναι δυνατόν, κατά τή γνώμη μας, νά τεκμηριωθεῖ ὁποιαδήποτε κρίση περί τοῦ θέματος, ἐάν δέν θά ἐρευνηθοῦν δύο σημαντικά ἱστορικά ντοκουμέντα: τό ἡμερολόγιο τοῦ Ἱεράρχη καί τό προσωπικό του ἀρχεῖο. Τό ἡμερολόγιό του ὁ Τρίκκης πρίν τό θάνατό του ἀνέθεσε στήν εὐθύνη τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου Κοτσώνη275. Ὁ τελευταῖος, ἐνῶ καί χρόνο εἶχε καί ἐλεύθερος ἦταν μετά τήν πτώση τῆς δικτατορίας276, τό παρέδωσε στόν τότε Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Νικόδημο Γκατζιρούλη, μετά τό θάνατο τοῦ ὁποίου ἡ τύχη τοῦ ἡμερολογίου εἶναι ἄγνωστη. Ἀλλά καί ἐν ζωῇ εὑρισκόμενος εἶχε ἀρνηθεῖ νά παραχωρήσει τό ἡμερολόγιο γιά τήν ἔρευνα. Τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ Μητροπολίτη βρίσκεται στήν «Ἑταιρεία τῶν φίλων τοῦ λαοῦ», ὅπου ἐξ ἀρχῆς δήλωσαν, ὅτι δέν θά μᾶς δοθεῖ πρός μελέτη ὅλο τό περιεχόμενο, ἀλλά ὅ,τι κρίνουν οἱ ὑπεύθυνοι ὅτι μπορεῖ νά γνωστοποιηθεῖ.

10. Ἡ ἐκδημία του
Ἡ ὑγεία τοῦ Διονυσίου ἦταν σοβαρά κλονισμένη ἤδη ἀπό τά γερμανικά στρατόπεδα καί ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του ὑπέφερε κυριολεκτικά277.
70
278.. Ἡ ἰατρική βεβαίωση Παν. Γηγοπούλου (Προσωπικό ἀρχεῖο Μητροπολίτη) μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Διονύσιος εἶχε «ὑποστῆ ἐγχείρισιν τοῦ ἥπατος συνεπείᾳ κυρρώσεως τούτου καί ὡς ἐκ τούτου τυγχάνει ἐξηντλημένος καί λίαν εὐπαθής».
279. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 98: «μακρά καί ὀδυνηρά ἀσθένεια ἡ ὁποία τελικῶς τόν ὡδήγησεν εἰς τόν θάνατον».
280. Καδῆ Χ., ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ Πάφου Γενναδίου πρός τόν Τρίκκης Διονύσιο, ὅ.π., σελ. 308: «Πάφος τῇ 27ῃ Φεβρουαρίου 1961. Λίαν μοι ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ ἅγιε Τρίκκης, Μέ πολλήν θλῖψιν καί συνοχήν καρδίας ἐπληροφορήθην χθές παρά τῶν ἐνταῦθα συγγενῶν σας ὅτι ἠσθενήσατε παραπλήσιον θανάτου καί εὑρίσκεσθε εἰς νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν».
281. Τύμπα Π., ὅ.π., σελ. 115.
282. Ἀνάτ. ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 49.
283. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ὅ.π., ἀπό τό ἄρθρο Γ. Θ. Ράμμου, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, σελ. 19: «Ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν εἰς τούς παραστάντας, παρά τήν κλίνην του, κατά τάς τελευταίας του στιγμάς, ἡ ἱλαρότης τοῦ προσώπου καί τό γαλήνιον τῆς ἐκφράσεως, παρά τούς φρικτούς πόνους του».
284. Καδῆ Χ., ὅ.π., σελ. 381.
285.. Ὅ.π., σελ. 383: «Ὡς Ἱεράρχης, τόν Χριστόν κατά τό δυνατόν εἰκονίζων ἐν ἑαυτῷ, ἔδιδε πάντοτε τήν συγχώρησιν καί ἔφυγεν ἀπό τήν ζωήν αὐτήν μέ βαθυτάτην συναίσθησιν τρυφερᾶς ἀγάπης πρός πάντας». Σελ. 380: «Ὑβρίσθη, ἐπροπηλακίσθη, ἐσυκοφαντήθη. Καί τί δέν τοῦ ἔκαμαν οἱ ἐχθροί του! Καί ὅμως αὐτός ὡς ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἔλεγε ″Κύριε, μή στήσῃς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην″».
286.. Ὅ.π., σελ. 379: «Εἰς τήν τελευταίαν δεινήν, ἐπίπονον καί μακράν ἀσθένειάν του τοῦ ἔγραφα: Ὁ Κύριος θέλει νά ὁλοκληρώσῃ τό στεφάνι πού σοῦ ἀξίζει καί δι᾿ αὐτό ἐπέτρεψε τήν δοκιμασίαν ταύτην. Ἀλλ᾿ αὐτός διεμαρτύρετο ὅτι δοκιμάζεται λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀπό ταπείνωσιν».
Μόλις ἐπέστρεψε ἀπό τή Γερμανία, ὑποβλήθηκε σέ μία σοβαρή χειρουργική ἐπέμβαση278. Ἡ καθαυτό ὅμως δοκιμασία τῆς ἀρρώστιας279, πού τόν ἔφερε «παραπλήσιον θανάτου»280, ξεκίνησε τό 1961, ὅταν ἀναγκάστηκε νά νοσηλευθεῖ γιά δύο μήνες στό θεραπευτήριο «Εὐαγγελισμός»281, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας του. Ὅμως, πρός τό τέλος τοῦ 1967, παρουσιάστηκαν τά πρῶτα συμπτώματα τῆς τελευταῖας σοβαρῆς νόσου. Τό 1969 τόν μετέφεραν ἐπειγόντως στό Λονδῖνο, «ὅπου ὑφίσταται ὀδυνηρωτάτην ἐγχείρησιν», τήν ὁποία ἀκολούθησαν 50 μέρες «ἀφαντάστου ὀδύνης»282. Ὅλοι οἱ πλησίον τοῦ Διονυσίου εἶχαν βαθιά ἐντυπωσιαστεῖ μέ τή γαλήνια ἔκφραση τοῦ προσώπου του, ἐνῶ ὑπέφερε φρικτούς πόνους, μέχρι καί τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ἐπίγειας ζωῆς του283. Ὅλα τά ὑπέμεινε μέ «ἰώβειον ὑπομονήν»284, μέ τήν συγχωρητικότητα285 καί τήν ταπείνωση286.
71
287. Κρουσταλάκη Γ., Ὁ Γέρων Ἡλίας Τσακογιάννης, σελ. 252: «Σάββατο 3 Ἰανουαρίου 1970. Μᾶς ὡμίλησε γιά τελευταία φορά κατά τάς 7 μ.μ., τότε πού ἐζήτησε νά τοῦ ψάλωμεν ″Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…″».
288. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, ἀπό τό ἄρθρο τοῦ Μητρ. Ἠλείας Ἀθανασίου, σελ. 85.
289. Κρουσταλάκη Γ., ὅ.π., σελ. 254: «Τό θέαμα πού ἐπαρουσίασεν ἡ πόλις τῶν Τρικάλων καί τά ἐνδιάμεσα χωριά, ἀπό τά ὁποῖα διῆλθεν ἡ νεκρική πομπή, ἦτο ἄκρως συγκινητικό καί ἐθύμιζε τήν περιγραφήν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου διά τόν θάνατον τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ συγκίνησις ἔφθασεν εἰς τό ἔπακρον καί ἀπεκορυφώθη εἰς τήν Μονή Βυτουμᾶ. Αἱ μαθήτριαι τῆς Σχολῆς Χειροτεχνίας, αἱ μοναχαί καί τό πλῆθος, πού εἶχε συρρεύσει ἐκ τῶν γύρω χωρίων, παρέσυραν μέ τά κλάματά των καί τήν πλέον ἀσυγκίνητον καρδίαν».
290. Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Ἀνάπλασις» (Μάρτιος 1971), ὅ.π., ἀπό τό ἄρθρο Γ. Θ. Ράμμου, σελ. 19: «Εἰς τήν προσφιλῆ του παλαιάν Μονήν Βυτουμᾶ τῶν Τρικάλων ἐναπετέθη συμφώνως πρός τήν ἐπιθυμίαν του, τό κουρασμένο σῶμα του, μετά τήν μεγαλειώδη ἀλλά καί παροιμιώδη διά τήν ἁπλότητα καί κατάνυξιν, ἐξόδιον τελετήν καί πομπήν, μέ συμμετοχήν 30 Ἀρχιερέων…».
291. Τύμπα Π., Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγῶν Διονύσιος, σελ. 123: «Ἐτάφη ὡς ἁπλοῦς μοναχός εἰς ἕνα ἀπέριττο τάφο, ″ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ Ἱ. Ν. τῆς Μονῆς Βυτουμᾶ″, καθώς ἔγραψε στήν Διαθήκη του, ἐντετυλιγμένος σέ μία πάλλευκο σινδόνα».
Οἱ τελευταῖες του ὧρες καταγράφηκαν ἀπό τά πνευματικά του παιδιά287. Τήν 4ην Ἰανουαρίου 1970, ὥρα 2.10΄ π.μ. ὁ Διονύσιος μέ μόνη κίνηση τῶν χειλέων του, χωρίς πλέον φωνή, ζήτησε νά τοῦ ψάλλουν τό ἀγαπημένο του στιχηρό «Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν…» καί, ἀκούγοντάς το, ἐτελεύτησε. Οἱ εὑρισκόμενοι δίπλα του τήν ὥρα τῆς τελευτῆς του, ἄφησαν χαρακτηριστικές μαρτυρίες: «Ἔτσι φεύγουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀφιερωμένοι, οἱ δικοί Του, οἱ ἅγιοί Του»288. Τήν κηδεία του παρομοίασαν μέ τήν τοῦ Μ. Βασιλείου289. Σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία του δέν ἐκφωνήθηκαν ἐπικήδειοι λόγοι. Ἡ νεκρική πομπή ὑπῆρξε σεμνή ἀλλά καί μεγαλοπρεπής290. Ἐνταφιάστηκε ὁ Μητροπολίτης ὡς ἁπλός μοναχός291
Made on
Tilda